Για ακόμη μία φορά η φρίκη της τρομοκρατίας χτυπά τη Γαλλία αναδεικνύοντας τις επικίνδυνες αντιθέσεις της χώρας.

Αρχικά ήταν ο φόνος του Σαμουέλ Πετί, ενός δασκάλου ιστορίας που αποκεφαλίστηκε στις 16/10 από έναν νεαρό Τσετσένο στην καταγωγή, αφού ο καθηγητής έδειξε σε μαθητές σκίτσα με τον Μωάμεθ, στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκγρασης.

Λίγες ημέρες αργότερα 3 άνθρωποι που πήγαιναν στην εκκλησία, δολοφονήθηκαν με μαχαίρι στην πόλη, με τον βασικό ύποπτο να είναι ένας Τυνήσιος που φέρεται να φώναζε «Ο Αλλάχ είναι μεγάλος».

Mετά τη δολοφονία του καθηγητή, ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών, Ζεράλντ Νταρμανέν, ανακοίνωσε νέα αυστηρά μέτρα εναντίον όσων διασπείρουν μίσος στο Διαδίκτυο. Η μη κυβερνητική ανθρωπιστική οργάνωση Baraka City, την οποία η κυβέρνηση κατηγόρησε για «εμμονή στη δικαιολόγηση τρομοκρατικών ενεργειών», έλαβε εντολή να διαλυθεί, ενώ το γαλλικό κράτος απειλεί να απαγορεύσει τη λειτουργία της οργάνωσης «Collectif contre L’ islamophobie en France», που μάχεται κατά του ρατσισμού εναντίον των μουσουλμάνων.

Εκτός από τα μέτρα για την ασφάλεια και την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, η γαλλική κυβέρνηση απάντησε στη δολοφονία του Πατί με έντονα αυστηρές δηλώσεις υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης, που περιλαμβάνει και το δικαίωμα στη σάτιρα και τη βλασφημία, διαβεβαιώνοντας εκ νέου τους πολίτες για την προσήλωση του κράτους στην αρχή του κοσμικού χαρακτήρα της Γαλλίας και στην προώθησή του κατά προτεραιότητα στα σχολεία.

Ο πρόεδρος Μακρόν, σε ομιλία του στη μνήμη του δολοφονηθέντος εκπαιδευτικού, είπε ότι ο Πετί σκοτώθηκε «επειδή εκπροσωπούσε τη γαλλική δημοκρατία», ενώ δεσμεύθηκε να διατηρήσει «ψηλά τη σημαία του κοσμικού κράτους».

Η σκέψεις του γαλλικού κράτους για το εξτρεμιστικό Ισλάμ βασίζονται, σε προβληματική υπόθεση: Το κύριο αίτιο της τρομοκρατίας στη Γαλλία είναι η αποτυχία των Γάλλων μουσουλμάνων να ασπασθούν πλήρως τον κοσμικό πολιτισμό της χώρας.

Αρχές Οκτωβρίου, πριν από τις πρόσφατες δολοφονίες, ο πρόεδρος Μακρόν είχε αναγγείλει νέο κυβερνητικό σχέδιο με κεντρικό άξονα νομοσχέδιο με στόχο «την αναβάθμιση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους και των δημοκρατικών αρχών», για την καταπολέμηση φαινομένου των αποσχιστικών τάσεων.

Ο πρόεδρος Μακρόν υποθέτει ότι σημαντική μειονότητα των μουσουλμάνων εξετάζει σοβαρά την αποστασιοποίησή της από την υπόλοιπη γαλλική κοινωνία, ίσως με τη δημιουργία θυλάκων σε υποβαθμισμένα προάστια ή τη σύσταση μουσουλμανικών «οικοσυστημάτων» γύρω από ισλαμικές σχολές, καταστήματα τροφίμων χαλάλ ή τζαμιά.

Η διάγνωση αυτή είναι επίσης πολύ προβληματική και απειλεί να αποδειχθεί ατελέσφορη, απειλώντας παράλληλα την κοινωνική συνοχή. Ενα πρόβλημα με την άποψη του προέδρου περί αποσχιστικών τάσεων είναι ότι αντιμετωπίζει τους μουσουλμάνους ως ξεχωριστή κατηγορία Γάλλων πολιτών, οι οποίοι εξαιτίας της δημοκρατικής τους ανωριμότητας αδυνατούν να ενστερνισθούν τις αρχές της γαλλικής κοσμικής δημοκρατίας.

Πολλές έρευνες και στατιστικές, όπως αυτές του Εθνικού Ινστιτούτου Δημογραφικών Μελετών, δείχνουν ότι η πλειονότητα των Γάλλων μουσουλμάνων της Γαλλίας είναι καλά ενσωματωμένη πολιτισμικά και κοινωνικά, παρά τις διακρίσεις που υφίσταται στην αγορά εργασίας. Ο πολιτικός επιστήμονας Μπρουνό Ετιέν χαρακτήρισε τους Γάλλους μουσουλμάνους «αφύσικα φυσιολογικούς».

Τις δεκαετίες του 80′ και του 90′ πολλοί μουσουλμάνοι της Γαλλίας αντιμετώπιζαν την πολιτική εκκοσμίκευσης του κράτους ως συνώνυμο αντιθρησκευτικού πνεύματος ή θεσμικού αθεϊσμού. Ο τρόπος σκέψης τους έχει, όμως, αλλάξει ριζικά έκτοτε. Οι σύγχρονες ενστάσεις κατά του κοσμικού χαρακτήρα του γαλλικού κράτους πηγάζουν από τους φόβους πολλών μουσουλμάνων ότι πίσω από τις αρχές αυτές της γαλλικής δημοκρατίας κρύβεται αντιμουσουλμανικός ρατσισμός.

Χαρακτηριστική είναι η στάση του ακροδεξιού κόμματος Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν, που εμφανίζεται επ’ εσχάτων ως το ύστατο προπύργιο των γαλλικών δημοκρατικών αξιών, συμπεριλαμβανομένου και του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Μετριοπαθείς Γάλλοι πολιτικοί συνηθίζουν και αυτοί να επιπλήττουν τους μουσουλμάνους για τον δισταγμό τους να καταδικάσουν τον ισλαμικό εξτρεμισμό. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου εντόπισα, όμως, πολλές περιπτώσεις καταδίκης της τρομοκρατίας από μουσουλμανικές οργανώσεις. Μετά τις επιθέσεις του 2015, κορυφαία ένωση μουσουλμάνων της Γαλλίας κάλεσε τα ισλαμικά τεμένη να προσευχηθούν «υπέρ της προστασίας της Γαλλίας» και να τιμήσουν τη μνήμη των θυμάτων των επιθέσεων της χρονιάς εκείνης στο Παρίσι.

Η κυβερνητική ανησυχία για αποσχιστικές τάσεις δεν πρόκειται να κινητοποιήσει τους μουσουλμάνους κατά του εξτρεμισμού ή να ενισχύσει τον πατριωτισμό τους. Αντίθετα, ενδέχεται να πείσει κάποιους μουσουλμάνους πολίτες ότι διαφέρουν όντως από τους υπόλοιπους Γάλλους, ενισχύοντας τελικά τον κοινωνικό διαχωρισμό.

Αν κάτι θα πείσει τελικά κάποιους από τους Μουσουλμάνους ότι διαφέρουν όντως από τους υπόλοιπους Γάλλους, ενισχύοντας τελικά τον κοινωνικό διαχωρισμό είναι η ρητορική της γαλλικής κυβέρνησης.

Οι ηγέτες της χώρας ίσως επιταχύνουν αυτό που φοβούνται μία αποκομμένη Μουσουλμανική μειονότητα μέσα στην Γαλλία.

Πηγή: Ελεύθερη μετάφραση από NewYorkTimes