Μπορεί η οικονομία της Γερμανίας να παρέμεινε στάσιμη, αλλά σε μια αισιόδοξη νότα, τουλάχιστον απέφυγε μια συρρίκνωση το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Η ING ωστόσο προεξοφλεί μια ύφεση της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρώπης.

Αλλά με τις υψηλές τιμές της ενέργειας και των εμπορευμάτων να συνεχίζουν να υπονομεύουν την αγοραστική δύναμη και τα περιθώρια κέρδους, μια τεχνική ύφεση στο δεύτερο εξάμηνο μοιάζει με «τελειωμένη συμφωνία», γράφει ο Carsten Brzeski της ING:

«Η μόλις δημοσιευθείσα έκτακτη εκτίμηση του γερμανικού ΑΕΠ του 2ου τριμήνου δείχνει ότι η οικονομία παρέμεινε στάσιμη, από το σημαντικά ανοδικά αναθεωρημένο 0,8% σε τρίμηνο το πρώτο τρίμηνο. Σε ετήσια βάση, η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 1,5%. Οι συνιστώσες του ΑΕΠ θα δημοσιοποιηθούν μόνο στα τέλη Αυγούστου, αλλά σύμφωνα με τα διαθέσιμα μηνιαία στοιχεία έως τον Μάιο και το δελτίο τύπου της στατιστικής υπηρεσίας, η δημόσια και η ιδιωτική κατανάλωση στήριξαν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ οι κατασκευές και το εμπόριο ήταν αρνητικά.

Υποστηρικτικοί παράγοντες για την οικονομία, όπως οι επαναλειτουργίες μετά το lockdown και τα συμπληρωμένα βιβλία παραγγελιών έχουν χάσει τη δυναμική τους με ταχείς ρυθμούς. Η ασθενέστερη παγκόσμια ζήτηση, οι τριβές στην εφοδιαστική αλυσίδα και ο υψηλός πληθωρισμός μειώνουν την κατανάλωση πλήττουν τη γερμανική οικονομία. Στην πραγματικότητα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρίσκεται ήδη σαφώς σε περιοχή ύφεσης και φαίνεται ότι η υπόλοιπη οικονομία ακολουθεί γρήγορα το παράδειγμά της.

Η οικονομία απέφυγε τη συρρίκνωση, αλλά το μόνο θετικό στοιχείο των σημερινών στοιχείων είναι πιθανώς η ανοδική αναθεώρηση της ανάπτυξης του πρώτου τριμήνου», αναφέρει χαρακτηριστικά η ING.

Το γερμανικό ΑΕΠ παρέμεινε αμετάβλητο σε σύγκριση με το α’ τρίμηνο, λίγο χειρότερο από το αναμενόμενο και μόλις 1,5% υψηλότερο από ό,τι πριν από ένα χρόνο. Η μέτρηση πάντως έχασε την προσδοκία της αγοράς για 1,8%.