Οι εντάσεις στα σύνορα μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας έχουν προκαλέσει διεθνή ανησυχία: Η Ρωσία θεωρείται πως έχει συγκεντρώσει περίπου 120.000 στρατιώτες στην περιοχή, ενώ έχουν ενταθεί οι συγκρούσεις μεταξύ ουκρανικών δυνάμεων και των υποστηριζόμενων από τη Μόσχα αποσχιστών.

Σε διπλωματικό επίπεδο, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών παρουσίασε ένα προσχέδιο προτάσεων στις 17 Δεκεμβρίου όπου παρουσιάζονταν οι εγγυήσεις ασφαλείας που η Ρωσία ζητά από τις ΗΠΑ, που περιλαμβάνουν μια «κόκκινη γραμμή» ως προς την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, στην Ουκρανία και άλλες πρώην σοβιετικές χώρες. Επίσης, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν προειδοποίησε στις 21 Δεκεμβρίου για μια «στρατιωτική- τεχνική» αντίδραση σε αυτά που εκλαμβάνονται ως «επιθετικά» μέτρα από πλευράς της Δύσης. Αξιωματούχοι των ΗΠΑ και άλλων δυτικών χωρών έχουν ήδη χαρακτηρίσει απαράδεκτες πολλές από τις ρωσικές προτάσεις, αν και η κατάσταση έχει δώσει ώθηση στα σχέδια για συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Όπως γράφει σε άρθρο του που δημοσιεύεται στο Foreign Policy ο Γιουτζίν Τσαουσόφσκι, nonresident fellow στο Newlines Institute και πρώην αναλυτής Ευρασίας στη Stratfor, πολλοί προσπαθούν να «κάνουν ψυχανάλυση/ διαβάσουν» τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν για να προβλέψουν αν θα πάρει την απόφαση να εισβάλει στην Ουκρανία- ωστόσο «υπάρχει ένα ευρύτερο δομικό πλαίσιο για την κατανόηση και πρόβλεψη των ρωσικών στρατιωτικών επεμβάσεων στον μετασοβιετικό χώρο που ίσως να μπορεί να αποτελέσει έναν πιο χρήσιμο οδηγό. Παρά τα σκληρά λόγια από τη Μόσχα, το ιστορικό της Ρωσίας δείχνει πως μια εισβολή δεν είναι πιθανή».

Ο αρθρογράφος αναφέρεται στους στόχους που θα επιδίωκε να επιτύχει ο Πούτιν μέσω μιας εισβολής. «Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να έχει τις βάσεις της στους γεωπολιτικούς στόχους της Ρωσίας, όπου εντάσσεται κάθε είδους λήψη αποφάσεων της Μόσχας…η πολιτική σταθερότητα στο εσωτερικό, η προστασία από εξωτερικές απειλές και η επέκταση της επιρροής τόσο στην περιφέρειά της- ειδικά στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ- και πέραν αυτής, στο μέτρο του δυνατού».

Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, στο πρώην σοβιετικό μπλοκ, είναι σε βάρος βασικών προτεραιοτήτων της Ρωσίας, κάτι που αφήνει τη Μόσχα σε ανασφάλεια, τόσο απέναντι σε γειτονικές χώρες όσο και απέναντι σε εξωτερικές δυνάμεις (κυρίως οι ΗΠΑ) που τις υποστηρίζουν. Η Ρωσία ήταν πολύ αδύναμη για να σταματήσει την επέκταση του ΝΑΤΟ στην κεντρική Ευρώπη και τις χώρες της Βαλτικής κατά τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο η Μόσχα ήταν πρόθυμη να εμπλακεί σε πόλεμο στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία το 2014 για να το εμποδίσει αυτό. Οι αποφάσεις αυτές, ωστόσο, γράφει ο αρθρογράφος, δεν ελήφθησαν ελαφρά τη καρδία από το Κρεμλίνο.

«Στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ως προς την στρατιωτική επέμβαση στην πρώην σοβιετική σφαίρα επιρροής, η Ρωσία χρησιμοποιεί ένα στρατηγικό πλαίσιο που βασίζεται κυρίως σε πέντε μεταβλητές: 1) τον καταλύτη/ πυροκροτητή 2) την τοπική υποστήριξη 3) την εκτιμώμενη στρατιωτική αντίδραση 4) την τεχνική βιωσιμότητα και 5) το σχετικά χαμηλό εκτιμώμενο πολιτικό και οικονομικό κόστος, ειδικά όσον αφορά σε μη στρατιωτικές αντιδράσεις σε μια εισβολή, όπως κυρώσεις ή διπλωματικοί περιορισμοί. Εάν κάποια από τις συνθήκες αυτές δεν ικανοποιείται πλήρως ή καθόλου, τότε η Ρωσία είναι μάλλον απίθανο να παρέμβει στρατιωτικά, ακόμη και εντός του πρώην σοβιετικού χώρου. Εάν πληρούνται όλες αυτές οι προϋποθέσεις, τότε είναι πολύ ισχυρότερο το ενδεχόμενο μιας ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης. Και αν η Ρωσία στοιχηματίσει λάθος, πληρώνει πολύ υψηλό τίμημα».

Όπως σημειώνει ο αρθρογράφος, στη Γεωργία το 2008 οι πέντε αυτές προϋποθέσεις πληρούνταν, όπως και το 2014 στην ανατολική Ουκρανία. Ωστόσο υπάρχουν άλλες περιπτώσεις όπου δεν υπήρξε στρατιωτική επέμβαση, όπως στην Εσθονία το 2007 (η οποία ήταν ήδη μέλος του ΝΑΤΟ) ή στις συγκρούσεις μεταξύ Κιργιζίων και Ουζμπέκων στο νότιο Κιργιστάν το 2010 (παρά το αίτημα της κυβέρνησης του Κιργιστάν), καθώς δεν υπήρχε κάποιο σημαντικό όφελος για να αποκομιστεί.

Με βάση αυτά, ο αρθρογράφος καταλήγει στο αρχικό ερώτημα: Πρόκειται η Ρωσία να εισβάλει ξανά στην Ουκρανία; Το κύριο ζήτημα εδώ θα ήταν ποιον στόχο θα εξυπηρετούσε κάνοντας κάτι τέτοιο: Αυτό δεν είναι ξεκάθαρο, πέραν του ότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την ουκρανική κυβέρνηση, θα ενίσχυε την στήριξη προς την κυβέρνηση στο εσωτερικό και θα έστελνε μήνυμα προς τη Δύση. Ελλείψει κάποιου βασικού καταλύτη, μια εισβολή φαίνεται μάλλον απίθανη- ενώ μια τέτοια κίνηση θα έσπρωχνε την Ουκρανία ακόμα περισσότερο προς το ΝΑΤΟ, κάτι που η Ρωσία δεν επιθυμεί. Επίσης, κάποια δεδομένα έχουν αλλάξει σε σχέση με το 2014: Πλέον η Ουκρανία στηρίζεται πολύ περισσότερο από τη Δύση, και ακόμα και αν δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό κόστος για τη Ρωσία θα ήταν μεγάλο. Επιπλέον, η τοπική/ εγχώρια στήριξη εντός Ουκρανίας θα ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με τις περιοχές που στοχεύθηκαν το 2014.

Ως εκ τούτου, συμπεραίνει ο αρθρογράφος, το ενδεχόμενο μιας μεγάλης κλίμακας εισβολής από τη Ρωσία στην Ουκρανία φαντάζει μάλλον μακρινό- χωρίς όμως αυτό να αποκλείει εναλλακτικά, αντισυμβατικά στρατιωτικά μέτρα από τη Μόσχα- πχ διάφορες πρακτικές υβριδικού πολέμου όπως συγκαλυμμένες δραστηριότητες, κυβερνοεπιθέσεις, προπαγάνδα, παραπληροφόρηση, πολιτικές παρεμβάσεις/ χειραγώγηση κ.α. Επίσης, υπάρχει και το ενδεχόμενο συγκέντρωσης δυνάμεων αλλού, όπως πχ στο Καλίνινγκραντ ή σε φιλικές προς τη Μόσχα χώρες, όπως η Λευκορωσία (σημειώνεται πως, όπως μετέδωσε το RT την Τρίτη, η Λευκορωσία παρουσίασε το προτεινόμενο νέο της Σύνταγμα, που φαίνεται να ανοίγει τον δρόμο για ενδεχόμενη εγκατάσταση πυρηνικών όπλων στην επικράτειά της και για την παραμονή του προέδρου Αλεξάντερ Λουκασένκο στην εξουσία ως το 2035).

Σε κάθε περίπτωση, μια ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν θα ήταν αδύνατη, εάν αλλάξουν τα δεδομένα στο μέλλον- ενώ επίσης το προαναφερθέν πλαίσιο που παρουσιάστηκε δεν βασίζεται πχ σε κάποια συγκεκριμένα έγγραφα πολιτικής, μα περισσότερο σε ένα εμπειρικό μοντέλο που προκύπτει βάσει παρατήρησης. «Ωστόσο μια ανάλυση από κοντά δείχνει ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος από τη Ρωσία στην εποχή του Πούτιν…είναι μάλλον αρκετά συντηρητική και αποφεύγει τα ρίσκα, με μια ισχυρή ανάλυση κόστους- οφέλους από το Κρεμλίνο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση».