Στην τεράστια εκλογική νίκη των Fratelli d’ Italia και της Giorgia Meloni αναφέρεται άρθρο γνώμης (του Tony Barber) στους Financial Times, το οποίο υποστηρίζει πως αν και πρόκειται για μια νίκη – ορόσημο για την Ιταλία και την Ευρώπη, αυτή δεν συνιστά μια στροφή στον εξτρεμισμό.
Αν και επισημαίνεται πως αυτή είναι η πρώτη φορά που ένα κόμμα με νέο-φασιστικές ρίζες, οι Fratelli d’ Italia, αναδεικνύεται πρώτη πολιτική δύναμη τόσο στον χώρο της Δεξιάς όσο και συνολικά σε όλη την χώρα, υποστηρίζεται πως η συντηρητική, εθνικιστική πολιτική πλατφόρμα του που του έφερε και την εκλογική νίκη, είναι πιο κοντά στην πλατφόρμα των διαφόρων συμμαχικών κυβερνήσεων του Berlusconi παρά στις θέσεις του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος, του νεο – φασιστικού κόμματος της Ιταλίας, του οποίου είναι «απόγονοι» οι Fratelli d’ Italia.
«Το να μιλά κανείς για φασισμό είναι απλά λάθος» αναφέρει ο Lorenzo Codogno, πρώην γενικός διευθυντής του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών.

Δυσκολίες

Βάσει του δημοσιεύματος, η Meloni έχει να αντιμετωπίσει στο δρόμο της πολλές δυσκολίες.
Remaining Time-0:00FullscreenMuteΜια από αυτές είναι ότι έχει ελάχιστη κυβερνητική εμπειρία, κάτι που ισχύει και για τα περισσότερα στελέχη του κόμματος της.
Όπως επισημαίνεται, η Meloni και η κυβέρνηση της θα αγωνιστούν για να πετύχουν τον ίδιο σεβασμό που είχε αποκτήσει ο απερχόμενος πρωθυπουργός Mario Draghi.
Η νέα πρωθυπουργός της Ιταλίας έχει δεσμευτεί – πολύ περισσότερο από ότι οι κυβερνητικοί εταίροι της, Matteo Salvini και Silvio Berlusconi – ότι θα στηρίξει τη θέση της Δύσης απέναντι στη Ρωσία όσον αφορά την Ουκρανία, ενώ και το κόμμα της, στο εκλογικό του πρόγραμμα, δεν κάνει καμία αναφορά στα περί υπεροχής του ιταλικού Δικαίου έναντι του ευρωπαϊκού.

Ισχυροί θεσμοί

Όπως αναφέρουν οι FT, η σταθερότητα της ιταλικής πολιτικής διασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό από ισχυρούς θεσμούς όπως η Προεδρία της Δημοκρατίας, το συνταγματικό δικαστήριο, τα δύο σώματα του κοινοβουλίου, η κεντρική τράπεζα και το υπουργείο Οικονομικών.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι μετά την φασιστική εμπειρία του 1922-1943, η μεταπολεμική Ιταλία επέλεξε να μοιράσει προσεκτικά την εξουσία σε διάφορα κέντρα με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολο για την εκτελεστική εξουσία να ενεργήσει με επικίνδυνα ριζοσπαστικό τρόπο.

Η δοκιμασία

Όσον αφορά τις αγορές, εκτιμάται πως η πιο σημαντική δοκιμασία της νέας κυβέρνησης θα είναι ο ετήσιος προϋπολογισμός που θα πρέπει να είναι έτοιμος έως το τέλος του 2022. Σημειώνεται πως η δεξιά συμμαχία, στο πρόγραμμα της, κάνει λόγο για μείωση φόρων για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ ζητά υψηλότερες δαπάνες για συντάξεις και οικογενειακά επιδόματα.
Εάν η νέα κυβέρνηση της Meloni επιχειρήσει κάτι τέτοιο, εκτιμάται πως θα υπάρξουν σοβαρές αντιδράσεις από τις αγορές, κυρίως λόγω των επιπτώσεων στο δημόσιο χρέος της Ιταλίας που προσεγγίζει το 150% του ΑΕΠ.
Υπό αυτά τα δεδομένα, εκτιμάται πως η Meloni σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τους φόβους των αγορών, θα επιλέξει ένα σεβαστό και ανεξάρτητο δημόσιο πρόσωπο για τη θέση του υπουργού Οικονομικών, κάτι που άλλωστε φροντίζει να κάνει κάθε ιταλική κυβέρνηση εδώ και τριάντα χρόνια.

Τι θα γίνει με τις μεταρρυθμίσεις

Αν και οι Fratelli d’Italia είναι υπέρ κάποιας κρατικής παρέμβασης στην οικονομία – κάτι που ενδεχομένως να αποξενώσει την Ιταλία από την ΕΕ και τις αγορές – και αν και η Meloni έχει αφήσει ανοιχτό κάποια επαναδιαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας με την ΕΕ για τα περίπου 200 δισεκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, το βασικότερο ερώτημα είναι εάν η νέα κυβέρνηση θα συνεχίσει τις οικονομικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις που άρχισαν υπό τη διακυβέρνηση Draghi.
Το κίνητρο είναι ξεκάθαρο, καθώς προβλέπεται ρητά ότι αν δεν συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις, δεν θα μπορούν να εκταμιεύονται και οι ευρωπαϊκοί πόροι.
Όμως κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τις διαμάχες που μπορεί να ξεσπάσουν στο εσωτερικό της δεξιάς συμμαχίας, οι οποίες με τη σειρά τους μπορεί να εξελιχθούν σε τροχοπέδη για την τήρηση των μεταρρυθμίσεων.
Άλλωστε το πολιτικό παρελθόν των κυβερνήσεων Berlusconi όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, έχει αποδείξει πως ακόμα και μια υγιής κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Δεξιάς, δεν αποτελεί εγγύηση για την επίτευξη προόδου στην Ιταλία.
Αλλά και η Meloni θα πρέπει να γνωρίζει ότι κανείς από τους Ιταλούς πρωθυπουργούς μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, δεν κατάφερε να φτάσει έως το τέλος της θητείας τους, καθώς έπεφταν θύμα εσωτερικών διαμαχών και ίντριγκας.
«Εάν τα πράγματα εξελιχθούν διαφορετικά για την πρωθυπουργία της, αυτό ίσως να είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα της» καταλήγουν οι Financial Times.