Την ώρα που η πανδημία του κορονοϊού εκθέτει τις αδυναμίες όλων των κρατών του πλανήτη, στην Τουρκία έβγαλε ακόμα περισσότερο στην επιφάνεια όλα τα μακροχρόνια προβλήματα της τουρκική λίρας. Όπως αναφέρει δημοσίευμα των Financial Times οι ελλειμματικές συναλλαγές, ο υψηλός πληθωρισμός και η επιλογή του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αντιτίθεται στη αύξηση των επιτοκίων έχει οδηγήσει την Τουρκία, εδώ και καιρό, στις «εύθραυστες πέντε», δηλαδή στις χώρες των αναδυόμενων αγορών που είναι πιο ευάλωτες στη φυγή κεφαλαίων. Παράλληλα η προσπάθεια της Άγκυρας να προστατεύσει το νόμισμά της από την πτώση, τη βάζει σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο.

Ιδιαίτερα επικριτικό είναι το δημοσίευμα για τον Τούρκο Πρόεδρο, ο οποίος, προφανώς, δεν μπορεί να αλλάξει τους βασικούς νόμους της οικονομίας. Η πολιτική του βασίζεται στη λανθασμένη ιδέα ότι μία χώρα μπορεί ταυτόχρονα να έχει και σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία (έναντι του δολαρίου) και ελεύθερη ροή κεφαλαίων και ανεξάρτητη νομισματική πολιτική. Επίσης, η τουρκική προσπάθεια να εκφοβίσει τους ξένους επενδυτές επιβάλλοντας κυρώσεις σε ξένες τράπεζες και να απαγορεύσει τις κερδοσκοπικές κινήσεις καθιστά την Τουρκία λιγότερο ελκυστικό προορισμό για ξένες επενδύσεις.

Το δημοσίευμα αναφέρεται και στην πτώση της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου και αναφέρει ότι οι πρόσφατες προσπάθειες της κεντρικής Τράπεζας να την στηρίξουν διαφαίνονται αποτυχημένες. Η απόφαση της Άγκυρας να στηρίξει το νόμισμά της μπορεί να απέδιδε σε ένα υποθετικό σενάριο, που ο κορονοϊός θα εξαφανιζόταν σύντομα και ερχόταν άμεσα στη χώρα η ροή χρημάτων από τον τουρισμό. Ωστόσο, αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα, καθώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει ήδη το δεύτερο κύμα της Covid-19.

Παράλληλα, η ζήτηση για αυτοκίνητα και ηλεκτρικές συσκευές που εξάγει η Τουρκία δεν φαίνεται να επιστρέφει στο άμεσο μέλλον. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας όμως είναι η πιστωτική επέκταση. Μεγάλο τμήμα της ανάπτυξης της χώρας βασίζεται σε κατανάλωση και υποδομές που έχουν αναπτυχθεί με φθηνό χρήμα (φθηνά επιτόκια).

Το φθηνό χρήμα μπορεί να βοήθησε τον Ερντογάν να κρατηθεί στην εξουσία αλλά πυροδοτεί κύκλους πιστωτικής επέκτασης και χρεοκοπιών που έχουν πληγώσει την αυξανόμενη ευημερία των προηγούμενων ετών. Η παραδοχή της ήττας του Ερντογάν με μια πιο αδύναμη λίρα ίσως να είναι ντροπιαστικό για εκείνον, αλλά ίσως αποτελεί καλύτερη επιλογή από το να επιμένει στην ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ανατρέψει το τέλμα στο οποίο έχει πέσει η οικονομία του.