Η Αθήνα, έσπευσε χθες να εκφράσει την ικανοποίησή της για την άρση του τουρκικού βέτο στην ένταξη των δύο Βαλτικών χωρών στη Συμμαχία. Λίγο αργότερα, ωστόσο, άρχισαν να έρχονται στο φως οι πρώτες ενδείξεις για τα ανταλλάγματα που προφανώς έλαβε από την Ουάσιγκτον ο κ. Ερντογάν για να μεταβάλει στάση.

Η τοποθέτηση της βοηθού υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ κ. Celeste Wallander κατά τη διάρκεια επίσημης ενημέρωσης λίγο αργότερα, ήταν παραπάνω από εύγλωττη.

«Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν πλήρως τα σχέδια εκσυγχρονισμού του στόλου των F-16 της Τουρκίας», σημείωσε, ενώ σε ερώτηση πώς βλέπουν οι ΗΠΑ την πιθανή πώληση F-16 στην Τουρκία, η Celeste Wallander απάντησε: «Η Τουρκία είναι ένας εξαιρετικά ικανός, πολύτιμος, στρατηγικός σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Και η τουρκική αμυντική ικανότητα, οι ισχυρές αμυντικές δυνατότητες της Τουρκίας, συμβάλλουν στις ισχυρές αμυντικές δυνατότητες του ΝΑΤΟ».

Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι το «υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ υποστηρίζει πλήρως τα σχέδια εκσυγχρονισμού της Τουρκίας για τον στόλο της F-16. Αυτά τα σχέδια είναι στα σκαριά. Και, ξέρετε, πρέπει να διεκπεραιωθούν μέσω των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων. Αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν τον εκσυγχρονισμό του στόλου των μαχητικών της από την Τουρκία, επειδή αυτό συνεισφέρει στην ασφάλεια του ΝΑΤΟ και επομένως στην αμερικανική ασφάλεια».

Που σημαίνει ότι ο Τούρκος Πρόεδρος πέτυχε τη βασική του στόχευση, για την αναβάθμιση των 40 αμερικανικών F16 και για το πράσινο φως από τον Λευκό Οίκο για την αγορά άλλων 80 νέων, υπερσύγχρονων αεροσκαφών. Βεβαίως, θα πρέπει να περάσει από τη «βάσανο» του Κογκρέσου, στο οποίο έχουν εγερθεί σημαντικά εμπόδια από αρκετούς γερουσιαστές, αλλά η στάση του Αμερικανού Προέδρου κ. Μπάιντεν, έχει τη σημασία της.

Είναι απολύτως ενδεικτική, άλλωστε, η σπουδή της κυβέρνησης να διαρρεύσει ότι το αμέσως επόμενο διάστημα θα αποσταλεί επίσημα το Letter of Request, με το οποίο η Αθήνα αιτείται να δεσμευτεί μία μοίρα 20 αμερικανικών μαχητικών F-35 και άλλων 20 σε δεύτερη φάση.

Το κυβερνητικό επιτελείο κάνει λόγο για αναδίπλωση της Τουρκίας σε ό,τι αφορά την ένταξη της Σουηδίας και της Φιλανδίας στο ΝΑΤΟ. Στη μεγάλη εικόνα, ωστόσο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογάν, όπως εκτιμούν κυβερνητικά στελέχη και στηλιτεύει η αντιπολίτευση, πέτυχε μέσα από τους εκβιασμούς του να πετύχει σημαντικές διπλωματικές νίκες για τη χώρα του, σύροντας ακόμα και τις πιο δημοκρατικές χώρες της Ε.Ε σε μία απαράδεκτη συμφωνία, με πολλά «τρωτά» σημεία, η επικινδυνότητα των οποίων, μένει να διαφανεί. «Πλέον, όποιος χαρακτηρίζεται ως τρομοκράτης από την Άγκυρα, θα πρέπει να απελαύνεται από τη Σουηδία και την Φιλανδία» σημειώνουν έμπειροι διπλωμάτες.

Οι ίδιες πηγές, εκτιμούν ότι μετά το μνημόνιο συνεργασίας των δύο βαλτικών χωρών με την Τουρκία, αποδυναμώνεται η δυνατότητα Ελλάδας και Κύπρου να στηρίξουν βέτο στη συμμετοχή της Τουρκίας στη συμμετοχή της Τουρκίας στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ. , από την στιγμή που επίσημα δήλωσαν ικανοποιημένοι από την συμφωνία.

Επίσης υποστηρίζουν ότι με τα άρθρα 7 και 8 (σημείο 7) του μνημονίου που υπέγραψαν με την Τουρκία, η Φινλανδία και η Σουηδία, υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ, δεσμεύονται ότι- χωρίς περιορισμούς και προϋποθέσεις- θα πουλάνε όπλα στην Τουρκία και θα στηρίζουν τη συμμετοχή της στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ σήμερα και στο μέλλον, ανεξαρτήτως των τουρκικών ενεργειών στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο, τη Συρία και τη Λιβύη.

Η κυβέρνηση σχολιάζοντας πάντως τις οποίες ενστάσεις υπάρχουν γι αυτό το θέμα παραδέχεται ότι ανοίγει ο δρόμος για την Τουρκία προκειμένου να μπορεί να αγοράσει όπλα από αυτές τις δύο χώρες επιμένει ωστόσο ότι «οι σουηδικές εξαγωγές προς την Τουρκία αποτελούν πολύ μικρό μέρος των συνολικών πωλήσεων όπλων από τη Στοκχόλμη, οι οποίες το 2020 ξεπέρασαν τα 1,52 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ενδεικτικό είναι επίσης ότι μεταξύ 2015 και 2019 η γειτονική μας χώρα ήταν μόλις ο 25ος μεγαλύτερος αγοραστής σουηδικών όπλων.

Ανάλογη είναι η εικόνα όσον αφορά την εξοπλιστική συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Φινλανδίας. Το 2019 και το 2020 οι πωλήσεις όπλων στην Τουρκία αθροιστικά διαμορφώθηκαν στα 5,1 εκατομμύρια ευρώ.»