Το υπό ίδρυση κόμμα του δημοσιογράφου Στέφανου Χίου, είναι το τρίτο κατά σειρά στα δεξιά της ΝΔ μετά από εκείνα του Φαήλου Κρανιδιώτη και του Γιώργου Τράγκα και το πιο «αντιδραστικό» σύμφωνα με τον Πασχάλη Τεμεκενίδη, διευθυντή ερευνών της Palmos Analysis ο οποίος μιλά στο tvxs και στη Φωτεινή Λαμπρίδη, για το πως θα επηρεάσουν τη στάση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης τα κόμματα αυτά στην πορεία προς τις εκλογές.

Αναλύει επίσης τι λένε οι μετρήσεις για τις «δεξαμενές» ψηφοφόρων στις οποίες στοχεύουν, το τι σημαίνει για την κοινωνία να επανέρχεται η αμφισβήτηση του κοινοβουλευτικού συστήματος μέσα από τη ρητορική ορισμένων εξ’αυτών και ποια κατά τη γνώμη του είναι η τύχη τους στις επόμενες εκλογές.

Ο Στ. Χίος προανήγγειλε την ίδρυση του κόμματός του που θα ονομάζεται «Λαϊκή Δεξιά Πατριωτική Κίνηση». Σε ποιους ψηφοφόρους απευθύνεται κατά τη γνώμη σας με δεδομένο το προφίλ του μέσα από την παρουσία του στον τύπο;

Έχω την εντύπωση ότι ο ίδιος ο τίτλος που επελέγη προσδιορίζει με αρκετή σαφήνεια τη στόχευση του εγχειρήματος. Προφανώς θεωρείται ότι υπάρχει μια δεξαμενή ψηφοφόρων στα δεξιά της ΝΔ, με ακροδεξιά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, η οποία τα προηγούμενα χρόνια καλύπτονταν και εκφράζονταν εκλογικά και από τη Χρυσή Αυγή και η οποία είναι πλέον “ορφανή” κομματικά.

Ειδικά με τη στρατηγική επιδίωξη της ΝΔ και του πρωθυπουργού να κυριαρχήσουν στο κέντρο – κάτι που σημαίνει σχεδόν υποχρεωτικά μετριοπάθεια και αποστάσεις από ακραίες τοποθετήσεις – ο χώρος αυτός θεωρείται ότι βρίσκεται σε αναζήτηση στέγης.

Ο Στ. Χίος δήλωσε ότι τις επόμενες ημέρες θα γνωστοποιηθούν τα άτομα που θα στελεχώσουν το εγχείρημα, «οι οποίοι θα είναι επαγγελματίες και όχι τεμπέληδες, με καθαρό ποινικό μητρώο που αντιτίθενται στον κοινοβουλευτισμό όπως είναι σήμερα». Πιστεύετε ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος για ανάδειξη κομμάτων που αντιτίθενται ευθέως στο κοινοβουλευτικό σύστημα;

Στις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν πολιτικο-ιδεολογικές τάσεις, εμφανίζεται ένα σημαντικό, διψήφιο ποσοστό πολιτών που δεν τοποθετούνται στον άξονα Αριστερά – Δεξιά, θεωρώντας ότι δεν εκφράζονται από μια τέτοια ιδεολογική κατηγοριοποίηση.

Παράλληλα, σημαντικό τμήμα αυτών δείχνουν έντονη καχυποψία έναντι των θεσμών, ακόμα και του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, μια τάση που εμφανίστηκε και διογκώθηκε κατά την περίοδο των μνημονίων, ως έκφραση αγανάκτησης για την οικονομική κατάρρευση και τις βάναυσες συνέπειές της σε σημαντική μερίδα του πληθυσμού της χώρας. Το τμήμα αυτό εκφράστηκε και εκλογικά μέσα από την ψήφο στη Χρυσή Αυγή τα προηγούμενα χρόνια και προφανώς δεν έχει εξαφανιστεί με την καταδίκη του κόμματος αυτού και των βασικών στελεχών του από τη δικαιοσύνη.

Δεξιά της ΝΔ υπάρχουν μέχρι στιγμής τρία κόμματα ενόψη των επόμενων εκλογών. Η «Νέα Δεξιά» του Φ. Κρανιδιώτη, το «Κίνημα ελεύθερων ανθρώπων» του Γ. Τράγκα και το νεοσύστατο του Στ. Χίου. Ποιες είναι οι ποιοτικές διαφορές τους;

Τις διαφορές θα τις δούμε βέβαια στην πορεία, όσο τα κόμματα θα ξεδιπλώνουν τις θέσεις τους και θα τις επικοινωνούν στο εκλογικό σώμα. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι μια προφανής διαφορά των υφιστάμενων σχημάτων με το νεοσύστατο κόμμα του κ. Χίου, είναι η πιο αντισυμβατική, αντισυστημική, επιθετική επικοινωνία – με βάση την εμπειρία από την παρουσία του κ. Χίου στη δημοσιογραφία – του τελευταίου.

Θα ήταν, νομίζω, λάθος όμως να “τσουβαλιάσουμε” τα σχήματα αυτά: οι διαφορές τους θα φανούν στην πορεία προς τις επόμενες εκλογές.

Το μεγάλο ποσοστό των ανεμβολίαστων ψηφοφόρων, είναι μία από τις «δεξαμενές» στις οποίες ελπίζουν; Τουλάχιστον το ποσοστό εξ’αυτών που φαίνεται να τοποθετούνται δεξιά της ΝΔ.

Κατ’ αρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι όλοι οι ανεμβολίαστοι πολίτες δεν έχουν την ίδια στάση έναντι του εμβολιασμού κατά της COVID19. Αναφερόσαστε προφανώς σε εκείνη την μερίδα των ανεμβολίαστων πολιτών που αρνούνται να εμβολιαστούν είτε υιοθετώντας θεωρίες συνομωσίας, είτε θεωρώντας την άρνηση εμβολιασμού πράξη αντίδρασης στο “σύστημα” και τους θεσμούς κτλ.

Είναι ενδιαφέρον ότι σημαντικό ποσοστό των ανεμβολίαστων πολιτών τοποθετούνται στο ακροδεξιό τμήμα του άξονα Αριστερά – Δεξιά και, ακόμη περισσότερο, στο τμήμα εκείνο των πολιτών που δεν τοποθετούνται στον άξονα, το τμήμα αυτό που περιέγραψα παραπάνω. Συνεπώς, με την έννοια αυτή, όντως φαίνεται ότι οι δεξαμενές ψηφοφόρων που απευθύνεται ένα κόμμα που αμφισβητεί το κοινοβουλευτικό σύστημα, περιέχουν και σημαντικό τμήμα ψηφοφόρων που αρνούνται τον εμβολιασμό κατά της COVID19 υπό την έννοια που περιέγραψα παραπάνω.

Ποια είναι η τύχη των κομμάτων αυτών κατά τη γνώμη σας με δεδομένο το ότι στις επόμενες εκλογές θα πάμε με απλή αναλογική;

Απλή αναλογική αλλά με έναν σημαντικό αστερίσκο: το όριο του 3% για την είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή παραμένει. Συνεπώς η εμφάνιση πολλών σχημάτων που διεκδικούν τον χώρο που τοποθετείται στα δεξιά της ΝΔ αλλά και στον χώρο που κάλυπτε παλιότερα η Χρυσή Αυγή μάλλον θα καταστήσει δυσκολότερη την επίτευξη του 3% για κάποιο από αυτά.

Η αδυναμία σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης λόγω της απλής αναλογικής από την άλλη, θα ενισχύσει ενδεχομένως μικρότερα κόμματα που θα θεωρηθεί ότι μπορεί να έχουν συμπληρωματικό και άρα αποφασιστικό ρόλο στην κατεύθυνση και τον προσανατολισμό μιας Κυβέρνησης συνασπισμού κομμάτων. Συνεπώς, ναι, η απλή αναλογική δημιουργεί προοπτικές για μικρότερα και νεοπαγή σχήματα αλλά ταυτόχρονα το όριο του 3% δυσκολεύει σημαντικά την προσπάθειά τους, καθώς ο χώρος που διεκδικούν δεν είναι τόσο ευρύς ώστε να “αντέχει” την πολυδιάσπασή του.

Πως θα επηρεάσει η ύπαρξή τους τον προεκλογικό αγώνα της ΝΔ αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης;

Νομίζω πως είναι προφανές ότι η εμφάνιση τόσων σχημάτων στα δεξιά της ΝΔ θα την υποχρεώσει να κινηθεί προσεκτικά και να δημιουργήσει πολιτικά και επικοινωνιακά αναχώματα για να περιορίσει τις διαρροές. Ωστόσο, θα είναι μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας, καθώς είναι γνωστό ότι η μάχη της εξουσίας για τα κόμματα που τη διεκδικούν κερδίζεται στο κέντρο.

Παράλληλα, η εμφάνιση σχημάτων με αντισυμβατικό, αντισυστημικό και οξύ πολιτικό λόγο, ενδεχομένως να ωθήσει και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ειδικά τα πιο μικρά, σε μια πιο “λαϊκίστικη” προσέγγιση επικοινωνίας προκειμένου να κερδίσουν ή, έστω, να διατηρήσουν δυνάμεις στην μάχη της ψήφου “διαμαρτυρίας”.