Με χαμηλή γραμμή άμυνας υποδεχόμαστε τον απειλητικό Σεπτέμβριο, καθώς η χώρα βρίσκεται σε πολύ χαμηλές θέσεις στους πίνακες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Μάλιστα, έχοντας εμβολιάσει το 54,7% του πληθυσμού, η Ελλάδα υπολείπεται 8,7 ποσοστιαίες μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (63,4%).

Στον πλήρη εμβολιασμό του συνολικού πληθυσμού η Ελλάδα είναι επίσης χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (52,2% έναντι 54,8%). Παράλληλα, στην ιδιαίτερα ευαίσθητη ηλικιακή ομάδα των άνω των 80 ετών η κατάσταση είναι ιδιαιτέρως προβληματική, καθώς ο ευρωπαϊκός μ.ό. κινείται στο 86,6% για όσους έχουν κάνει έστω μία δόση, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 72,4%.

Επιπλέον σημαντικά (σε αριθμό) τμήματα του πληθυσμού δεν έχουν αποκτήσει ανοσία, καθώς το 20% περίπου των 70-79, το 30% των 50-59 και πάνω από 4 στους 10 συμπολίτες μας της ηλικιακής ομάδας 25-49 δεν έχουν κάνει ούτε μία δόση εμβολίου.

Ο Σταμάτης Βαρδαρός, πρώην γενικός γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, τονίζει στην ΑΥΓΗ ότι, παρά τις τυμπανοκρουσίες της κυβέρνησης, οι παραπάνω επιδόσεις δεν είναι καλές. «Θα μας βρει το φθινόπωρο με ένα ανεπαρκές τείχος ανοσίας» δηλώνει χαρακτηριστικά.

Πλέον το εμβολιαστικό πρόγραμμα έχει δύο στόχους. Αφενός να καλύψει όσους δεν έχουν εμβολιαστεί, αφετέρου να οργανώσει την αναμνηστική δόση. Ωστόσο αυτή τη στιγμή σχεδόν ένας στους δύο πολίτες δεν έχει εμβολιαστεί. Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, καθώς οι αρνητές του εμβολίου δεν είναι η πλειονότητα των ανεμβολίαστων πολιτών.

Σύντομα, πάντως, θα δούμε τον αριθμό της πρώτης δόσης να είναι ίδιος με τους πλήρως εμβολιασμένους πολίτες, καθώς θα φτάσουμε στο ταβάνι των πολιτών που μπαίνουν στην εμβολιαστική διαδικασία.

Γιατί, όμως, φτάνουμε στο όριο, από τη στιγμή που δεν είναι όλοι αρνητές; «Αυτό είναι σαφές δείγμα αποτυχημένης προσέγγισης της κυβέρνησης» ξεκαθαρίζει ο πρώην γενικός γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

«Πήρε στην κυβέρνηση επτά – οκτώ μήνες να οργανώσει τη διαδικασία του κατ’ οίκον εμβολιασμού, η οποία πάλι κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς. Επίσης υπάρχει προβληματική αποκέντρωση της εμβολιαστικής διαδικασίας. Για πολύ καιρό είχαμε μόνο ένα νοσοκομείο ή εμβολιαστικό κέντρο σε επίπεδο νομού» τονίζει και συμπληρώνει:

«Συν τη γενική πολιτική προσέγγισης της κυβέρνησης, που επιχείρησε να εργαλειοποιήσει την πανδημία. Όταν οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τις κρίσεις δημόσιας υγείας με τέτοιους όρους -και όχι όρους επιχειρησιακής επάρκειας-, δυναμιτίζουν το αναγκαίο κλίμα συναίνεσης». Είδαμε, άλλωστε, μέσα στην πανδημία το Μαξίμου να νομοθετεί κατεξοχήν αντικοινωνικές ρυθμίσεις.

Την Τρίτη είχαμε τις ανακοινώσεις των νέων μέτρων από τον Βασίλη Κικίλια, με στόχο να πείσουν -μέσω αποκλεισμών- τους πολίτες να εμβολιαστούν. Ωστόσο ο Στ. Βαρδαρός δηλώνει ιδιαίτερα επιφυλακτικός στο κατά πόσον θα φτάσουμε στο αναγκαίο ποσοστό μετά τις ανακοινώσεις του υπουργού Υγείας. «Η κυβέρνηση δείχνει να μην έχει καταλάβει ότι χρειάζεται ειλικρίνεια. Χρειάζεται μια προσέγγιση διαφορετική ανά ομάδα του πληθυσμού. Αλλιώς θα επικοινωνήσεις τον εμβολιασμό σε έναν υπέργηρο, διαφορετικά στους νέους».

Εκτός από την πειθώ και τα επιχειρήματα, η κυβέρνηση δεν έχει εμπλέξει τους επαγγελματίες Υγείας. «Η κυβέρνηση πλέον μόνο με μέτρα τιμωρητικού χαρακτήρα, είτε πειθαρχικά είτε στην τσέπη του εργαζόμενου, θεωρεί ότι θα αυξήσει το ποσοστό εμβολιασμού». Ωστόσο αυτή η τακτική δεν είναι καινούργια για την κυβέρνηση. «Από την αρχή της πανδημίας επιλέγει τη λύση που είναι πιο εύκολη, λιγότερο δαπανηρή και χρειάζεται λιγότερη προσπάθεια για να επικοινωνηθεί στους πολίτες».

Παράλληλα ο υπουργός Υγείας, στο περιθώριο των ανακοινώσεων, ανέφερε ότι με επιπλέον 1 εκατ. εμβολιασμούς φτάνουμε στα επίπεδα Ισπανίας και Πορτογαλίας. Όμως η Πορτογαλία έχει εμβολιάσει με τουλάχιστον μία δόση το 80,3% και η Ισπανία το 75,4%. «Δεν βγαίνουν οι αριθμοί» ανέφερε στην ΑΥΓΗ ο πρώην γ.γ. Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

Προτεραιότητα στους μη εμβολιασμένους

Την ίδια ώρα η χώρα προετοιμάζεται για την έναρξη της χορήγησης της τρίτης δόσης του εμβολίου. Ωστόσο ο στόχος για τον Στ. Βαρδαρό θα έπρεπε να είναι το πώς θα ανοίξει το εύρος των εμβολιασμένων. Το ίδιο λέει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ο μείζων στόχος πρέπει να είναι ο εμβολιασμός σε χώρες με πληθυσμούς που δεν έχουν εμβολιαστεί καθόλου. Το ίδιο θα έπρεπε αναλογικά να είναι η στόχευση σε εθνικό επίπεδο, να εμβολιάζουμε ανθρώπους που δεν έχουν εμβολιαστεί καθόλου.

«Όσο ο ιός ζει στην κοινότητα είναι μοιραίο ότι θα οδηγεί σε νέες μεταλλάξεις, άρα χρειάζεται το ανοσιακό τείχος. Το οποίο λειτουργεί, για να είμαστε δίκαιοι. Ο εμβολιασμός δείχνει ότι λειτουργεί, ακόμα και με τις καθυστερήσεις και τα προβλήματα. Όταν οι εμβολιασμένοι δεν μπαίνουν στη ΜΕΘ αλλά το περνούν ήπια, είναι αποτέλεσμα του εμβολιασμού».

Με αυτά τα δεδομένα γίνονται ακόμα πιο σημαντικές οι ευθύνες της κυβέρνησης, η οποία με τον διχασμό υποβαθμίζει την αξία του εμβολιασμού και του αποτελέσματος. «Δεν μένει η ουσία. Η επιλογή που έχουμε είναι μεταξύ του εμβολίου και του κινδύνου από σοβαρή νόσηση. Δεν μένουμε ασφαλείς χωρίς το εμβόλιο και το ξεχνάει η κυβέρνηση προσπαθώντας να διαχειριστεί όλη αυτή την ιστορία» καταλήγει ο Σταμάτης Βαρδαρός.

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και η αναφορά της καθηγήτριας Επιδημιολογίας Αθηνάς Λινού στην ΑΥΓΗ για τα εμβόλια. «Ο ΠΟΥ έχει κάνει έκκληση να μην ξεκινήσει η τρίτη δόση στις πλούσιες χώρες πριν επιτευχθεί σε όλες τις χώρες τουλάχιστον ένας ικανοποιητικός αριθμός εμβολιασμών του επιπέδου του 10%».

Σύμφωνα με την καθηγήτρια, παραμένει πολύ μεγάλος ο κίνδυνος μιας καινούργιας μετάλλαξης που μπορεί να είναι ακόμα πιο μεταδοτική. Πρέπει μεν να επικεντρωθούμε στο να προστατεύσουμε τους πολίτες που κινδυνεύουν (π.χ. οι ανοσοκατεσταλμένοι), αλλά δεν μπορούμε να μην κάνουμε κάτι στους ανθρώπους που δεν έχουν πρόσβαση στο εμβόλιο.

«Αν δούμε πώς δημιουργήθηκε το στέλεχος Δέλτα, έγινε σε μια χώρα που είχε ελάχιστους εμβολιασμένους και μετά αυτό πήγε παντού» εξηγεί η Αθηνά Λινού.

Αυτή τη φορά η νόσος προχωράει πιο γρήγορα

Ιδιαίτερα ανησυχητικές προβλέψεις έκανε για το άμεσο μέλλον όσον αφορά την αντοχή του δημόσιου συστήματος Υγείας, μιλώντας στην πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Open, ο διευθυντής ΜΕΘ του νοσοκομείου Παπανικολάου Νίκος Καπραβέλος.

«Μέσα στο καλοκαίρι είναι έκπληξη και για εμάς το μέγεθος της πίεσης που δεχόμαστε … Το Παπανικολάου έχει αύξηση εισαγωγών, αυτή τη στιγμή έχει γεμάτες κατά πάνω από 55% τις διαθέσιμες κλίνες ΜΕΘ για covid-19 … έχουμε αφήσει λίγες κλίνες ΜΕΘ για τα υπόλοιπα νοσήματα, αυτό μας δυσκολεύει -και είμαστε στην αρχή. Τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Πραγματικά δεν είναι καθόλου, μα καθόλου καλή η εικόνα που έχουμε στα νοσοκομεία», είπε ο κ. Καπραβέλος.

«Δεν έχω ξαναδεί πνευμονίες κατακαλόκαιρο», συνέχισε, προσθέτοντας ότι «αυτή τη φορά, η νόσος προχωράει πιο γρήγορα. Παρότι έχουμε 40-50 ασθενείς που νοσηλεύουμε, οι 20 είναι στην εντατική, είναι πολύ βαριά περιστατικά».

Η αγωνία των υγειονομικών είναι ότι «τα δύσκολα είναι μπροστά μας, όταν επιστρέψουν οι εκδρομείς, ανοίξουν σχολεία και ΑΕΙ, αν παραμείνουν σε αυτά τα υψηλά επίπεδα οι ανεμβολίαστοι, να ξέρετε ότι δεν είναι καλά τα νέα», όπως τόνισε.

Ο κ. Καπραβέλος επανέλανε τους «δύο εφιάλτες» που όπως είπε έζησε κατά το 2ο και το 3ο κύμα, «όταν οι υγειονομικές ανάγκες είναι τόσο μεγάλες που να ξεπεράσουν τις δυνατότητές μας. Αρχίζουμε τις επιλογές, ξεπερνώντας τα επιστημονικά, ηθικά, ψυχολογικά όρια. Ποιες είναι οι προτεραιότητες, ποιον θα βάλουμε στην ΜΕΘ, ποιος θα περιμένει λίγο ακόμα … Είναι κρίμα να χαθούν πάλι ζωές, μπορούσαν να έχουν σωθεί με ένα εμβόλιο».