Το ’59 ο Γιάννης Παπαϊωάννου εμφανιζόταν στου «Καλαματιανού» και ο Τσιτσάνης με την Νίνου στο «Φαληρικό».

Οι γλεντζέδες μοιράζονταν στα δύο αυτά νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και απολάμβαναν πενιές από τους δασκάλους του ρεμπέτικου. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που Στέλιος Καζαντζίδης εμφανίστηκε στου «Κουλουριώτη» και σταμάτησε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων από τις ουρές που σχηματίστηκαν.

Ο νεαρός τότε «βασιλιάς» του λαϊκού τραγουδιού τους διέλυσε όλους, όπως λέει ο Γιώργος Ζαμπέτας. «Έτρεχε ο κόσμος στον Καζαντζίδη κι όλοι περιμένανε πότε θα την κοπανήσει ο Στέλιος για να πάρουνε κάνα πελάτη. Εκεί εφάρμοσε ο Καζαντζίδης να ανεβαίνει ο τραγουδιστής στις 11.30 και να κατεβαίνει στις 2.30. Γιατί στα μεγάλα μαγαζιά ανεβαίνανε από τις 8 το απόγευμα και κατεβαίνανε κατά τις 3.30, ενώ στα μικρά μαγαζιά ανεβαίνανε κατά τις 8 και κατεβαίνανε στις 7 το πρωί. Στη χάση και στη φέξη κατέβαινε ένας-ένας για να πιει κανά καφέ».

Στο «Φαληρικό« φαίνεται πως λανσάρισε ο Καζαντζίδης τα μεγάλα μεροκάματα για τις φίρμες το οποίο έγινε θεσμός που διατηρείται μέχρι σήμερα. Οι τραγουδιστές οφείλουν πολλά στον Καζαντζίδη, γιατί, εκτός των άλλων, ήταν αυτός που απαίτησε και πέτυχε να παίρνουν ποσοστά οι τραγουδιστές από τους δίσκους.

Την εποχή εκείνη ο Καζαντζίδης είχε κάνει πάταγο με την «Μαντουμπάλα» που έγινε και η αιτία για να φύγει τελικά από την Columbia.