Σαν τον κλέφτη, προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, στις 30 Δεκεμβρίου 2021, κόβει τις συντάξεις έως και 268 ευρώ τον μήνα και μάλιστα για τους πλέον κοινωνικά ευάλωτους: όσους λαμβάνουν συντάξεις χηρείας ή αναπηρίας και σε μία συγκυρία εφιαλτικών αυξήσεων στην ενέργεια και τα βασικά αγαθά. Η περικοπή δεν έχει αναδρομική ισχύ και θα εφαρμόζεται εφεξής, με τον δικηγόρο – εργατολόγο Διονύση Τεμπονέρα να εκτιμά ότι αφορά 150.000 με 200.000 συνταξιούχους σε βάθος δύο ή τριών ετών.

Η ανακοίνωση του υπουργείου Εργασίας αναφέρει ότι με την εγκύκλιο «παρέχονται ουσιώδεις διευκρινίσεις επί υφιστάμενων νομοθετικών ρυθμίσεων του ν. 4387/2016». Οπως αποκαλύπτει ο Αλέξης Μητρόπουλος, η εγκύκλιος «εφαρμόζει τη σκληρή διάταξη του άρθρου 7 του νόμου Κατρούγκαλου για απαγόρευση “σώρευσης εθνικών συντάξεων”, που από φόβο για το πολιτικό κόστος δεν υλοποίησε η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ».

Πράγματι ο νόμος που ψηφίστηκε το 2016 όριζε ρητά την περικοπή αυτή, ωστόσο δεν εφαρμόστηκε ποτέ, αντιθέτως παρακάμφθηκε μέσω μιας άλλης εγκυκλίου – άγνωστο εάν αυτό συνέβη με τη σύμφωνη γνώμη των δανειστών ή χωρίς να το καταλάβουν. Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουν η κυβέρνηση και το υπουργείο Εργασίας (το οποίο δεν έχει διαψεύσει όσα καταγγέλλονται) είναι γιατί πρέπει αυτή η βάναυση περικοπή να εφαρμοστεί τώρα. Γιατί δεν ψήφισε μια διάταξη που να κλείνει οριστικά και ευνοϊκά το ζήτημα υπέρ των συνταξιούχων, αλλά αντιθέτως έρχεται να επιβάλει τσεκούρι στις συντάξεις σε μια περίοδο που δεν υπάρχει η δαμόκλειος σπάθη των δανειστών;

Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος αναφέρει ότι «δεν επιτρέπεται η σώρευση περισσοτέρων της μιας εθνικών συντάξεων στο ίδιο άτομο. Σε εφαρμοστικό επίπεδο, όταν ένας ασφαλισμένος δικαιούται περισσότερες της μιας συντάξεις από οποιαδήποτε αιτία (γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου), του χορηγείται μια μόνο εθνική σύνταξη που δεν μπορεί να υπερβαίνει (μεμονωμένα ή ως άθροισμα εθνικών συντάξεων από διαφορετικές αιτίες) το ανώτατο όριο μιας πλήρους εθνικής σύνταξης (384 ευρώ). Ο κανόνας αυτός ισχύει και εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως της προέλευσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος (εξ ιδίου δικαιώματος ή κατά μεταβίβαση) και σε οποιονδήποτε συνδυασμό σώρευσης.

Το συνολικό ποσό των κατά μεταβίβαση συντάξεων που καταβάλλονται στα δικαιοδόχα πρόσωπα (σύζυγος, τέκνα) λόγω θανάτου του συνταξιούχου δεν μπορεί να υπερβαίνει τη σύνταξη του θανόντος. Αντιστοίχως, το ποσό του συνόλου των κατά μεταβίβαση συντάξεων που καταβάλλονται στα δικαιοδόχα πρόσωπα δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο των 360 ευρώ. Εξαίρεση αποτελούν τα ορφανά τέκνα και από τους δύο γονείς, στα οποία το κατώτατο όριο δεν επιμερίζεται αλλά το καθένα λαμβάνει τουλάχιστον το κατώτατο όριο.

Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου που ελάμβανε δύο ανταποδοτικές συντάξεις, το δικαίωμα των δικαιοδόχων στη σύνταξη του θανόντος είναι ενιαίο και αδιαίρετο, ανεξαρτήτως του πλήθους και του είδους των δικαιωμάτων που μεταβιβάζονται από τον θανόντα.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τις συντάξεις χηρείας μετά την πρώτη τριετία, καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο ολόκληρη η σύνταξη χηρείας, η οποία ισούται με το 70% της σύνταξης του θανόντος.

Οι κανόνες σώρευσης της εθνικής σύνταξης, όπως αναλύθηκαν παραπάνω, εφαρμόζονται απαρέγκλιτα. Με το πέρας της πρώτης τριετίας, πάντα σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, η σύνταξη προσαρμόζεται και καταβάλλεται το ήμισυ αυτής (δηλαδή, το 35% της σύνταξης του θανόντος), εφόσον ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Εάν ο επιζών σύζυγος είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, εξακολουθεί να λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη χηρείας, χωρίς περικοπή, για όσο διαρκεί η αναπηρία».