LaPolitica

Μπορεί η πανδημία του κορωνοϊού να βρίσκεται – σύμφωνα με τους ειδικούς – στην κορύφωσή της και μπορεί οι πολιτικές εξελίξεις να έχουν παγώσει, αλλά στο Μέγαρο Μαξίμου το επιτελείο του πρωθυπουργού έχει ξεκινήσει ήδη εκλογικούς σχεδιασμούς.

Τι περιλαμβάνουν αυτοί οι σχεδιασμοί; Το χρονοδιάγραμμα και την τελική απόφαση για την διεξαγωγή εθνικών εκλογών μετά την έξοδο από την κρίση.

Στο ερώτημα «πότε θα έρθει το τέλος της κρίσης του κορωνοϊού», η απάντηση που θα ακούσει κανείς αν συνομιλήσει με στενούς συνεργάτες του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η εξής: «Μα, όταν αποφασίσει ο πρωθυπουργός», που σημαίνει ότι στο Μέγαρο Μαξίμου νιώθουν κυρίαρχοι και οδηγοί των εξελίξεων.

Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους: Δεν χρειάζεται κανείς να είναι φίλος ή εχθρός της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας για να αντιληφθεί ότι η προπαγανδιστική μηχανή, η οποία δέχεται ισχυρές ενέσεις ρευστότητας μέσω κρατικής διαφήμισης (βλέπε χορήγηση 11 εκατ. ευρώ, ακόμη και σε ανυπόληπτες ιστοσελίδες) ή μέσω διευκολύνσεων (βλέπε καναλάρχες), έχει πιάσει δουλειά για τα καλά.

Το «όταν αποφασίσει ο πρωθυπουργός» σημαίνει πρακτικά ότι από τον κυβερνητικό μηχανισμό προπαγάνδας – και αν φυσικά δεν υπάρξει στο μεταξύ έκρηξη των στατιστικών της πανδημίας στη χώρα μας – θα ξεκινήσει, τον Μάιο, πραγματική επικοινωνιακή καταιγίδα που στον πυρήνα της θα έχει το αφήγημα της έναρξης της αντίστροφης μέτρησης για την έξοδο από την κρίση του κορωνοϊού. Ήδη σε κάποια ΜΜΕ ψελλίζουν ότι η αντίστροφή μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει.

Συνομιλητής μας που γνωρίζει καλά τον τρόπο με τον οποίο προχωρά στους σχεδιασμούς του το Μέγαρο Μαξίμου έλεγε το εξής: «Ένα πρωί ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βγει στις τηλεοράσεις και θα ανακοινώσει την αρχή του τέλους της κρίσης στην Ελλάδα. Προσέξτε τα σχήματα που χρησιμοποίησε στην τελευταία του ομιλία στη Βουλή. Η τρομοκρατημένη κοινή γνώμη θα πιστέψει τον πρωθυπουργό, αφού ήδη βομβαρδίζεται από τα ΜΜΕ με ειδήσεις για την ικανότητά του και την επάρκεια της κυβέρνησής του και ειδικά του Σωτήρη Τσιόδρα και του Χαρδαλιά να αντιμετωπίσουν την κρίση».

Πράγματι ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης χτίζει από τώρα το αφήγημα της επιτυχημένης στρατηγικής που ακολούθησε στο πεδίο της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης του κορωνοϊού.

Ας μην γελιόμαστε. Σε εθνικές και οικουμενικές κρίσεις οι λαοί συσπειρώνονται λόγω του φόβου και της ανασφάλειας γύρω από τις ηγεσίες. Στο Μέγαρο Μαξίμου το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Ο σχεδιασμός θέλει, αφού όλα πάνε καλά με τις στατιστικές να καταγράφουν την Ελλάδα ως μία από τις χώρες που αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τον κορωνοϊό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να προσφεύγει στη λαϊκή ετυμηγορία για να αποκτήσει νωπή λαϊκή εντολή και να επιτύχει την πολυπόθητη για τον ίδιο στρατηγική νίκη επί του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος παρακολουθεί ήδη αμήχανος και ανήμπορος να τις καθορίσει τις εξελίξεις.

Ωστόσο η συσπείρωση του λαού γύρω από την κυβέρνηση μπορεί να αποδειχθεί συγκυριακή. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο πρωθυπουργός της νίκης, τον οποίο σήμερα προσπαθεί με άγαρμπο και αφελή τρόπο να αντιγράψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε κερδίσει τον πόλεμο, αλλά είχε χάσει τελικά τις εκλογές.

Ας κλείσουμε την παρέκβαση και ας επανέλθουμε στο σήμερα.

Ο χρόνος διενέργειας των εκλογών– αν όλα πάνω καλά – αναμένεται να οριστεί είτε για τον Σεπτέμβριο, είτε για τον Οκτώβριο. Η κυβέρνηση θα προβάλει – το κάνει ήδη – την εικόνα του «μεγάλου ηγέτη» που «έβγαλε τη χώρα» από την κρίση με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Παράλληλα ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης, ο οποίος ήδη έχει πιάσει δουλειά, θα αποδώσει όλες τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης στον κορωνοϊό. Οι εκλογές, πριν την μονιμοποίηση οποιασδήποτε αντεργατικής ή υφεσιογόνου στρατηγικής, θα νομιμοποιήσουν το νεοφιλελεύθερο μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα ακολουθήσει στη συνέχεια με τραγικά αποτελέσματα για την ελληνική κοινωνία.

Ο σχεδιασμός του Μεγάρου Μαξίμου θέτει ήδη ως στόχο ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 40% με τον ΣΥΡΙΖΑ να πέφτει κάτω από το ποσοστό που είχε λάβει στις εκλογές του Ιουλίου. Ε, αυτό θα είναι στρατηγική ήττα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στο περιβάλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη εκτιμούν ότι θα προκαλέσει νέο, πολύ ισχυρότερο κύμα εσωστρέφειας στον ΣΥΡΙΖΑ και κατ΄επέκταση απόλυτη κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη για δύο τετραετίες.

Αυτό είναι το ένα, το καλό, σενάριο, που απεργάζονται στο πρωθυπουργικό μέγαρο.

Διότι υπάρχει και το κακό…

Η πλάνη των δημοσκοπήσεων

Οι δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας εν μέσω της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης του κορωνοϊού, αποτυπώνουν πράγματι τη συντριπτική υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη και ένα υπερβατικό των κομματικών πεποιθήσεων, συντριπτικό ποσοστό, εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης προς τις κινήσεις της κυβέρνησης.

Ψύχραιμοι πολιτικοί αναλυτές και δημοσκόποι, ωστόσο, σημειώνουν συμμετέχοντας σε παρασκηνιακές συζητήσεις, πως τα ποσοστά των σημερινών δημοσκοπήσεων και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα αποτυπώνουν το σοκ που βιώνει σε πρώτη φάση η ελληνική κοινωνία. Το σοκ που υποστεί η ελληνική κοινωνία σε δεύτερη φάση θα είναι ισχυρότερο και θα καθορίσει πραγματικά τις εξελίξεις.

Όταν η ύφεση «χτυπήσει» για τα καλά την ελληνική κοινωνία τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται βέβαιο και μπορεί ξανά το πολιτικό σκηνικό, όπως στις αρχές της περασμένη δεκαετίας, να θυμίζει κινούμενη άμμο. Υπενθυμίζουν δε ότι όταν ο Γιώργος Παπανδρέου είχε προσφύγει στο ΔΝΤ, η ελληνική κοινωνία, σοκαρισμένη τότε από τις ραγδαίες εξελίξεις, επιβράβευε με φαραωνικά ποσοστά που υπερέβαιναν ακόμη και το 70% τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Εκείνη η δημοσκοπική πραγματικότητα είχε κρατήσει λίγο.

Τη συνέχεια τη θυμούνται όλοι. Κοινωνική έκρηξη, ριζικές και πρωτοφανείς μεταβολές και ανακατατάξεις σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος, συντριβή του τότε κυβερνώντος κόμματος και συρρίκνωση των εκλογικών ποσοστών του ΠΑΣΟΚ.

Το δεύτερο σενάριο, όπως εκτιμούν οι ίδιοι αναλυτές, πιθανότατα θα οδηγήσει βραχυμεσοπρόθεσμα σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν καταφέρει τελικά να σηκώσει μόνη της το βάρος της αντιμετώπισης της κρίσης.

Εξάλλου είμαστε ακόμη στην αρχή.