Tου Martin Wolf

Πότε η δημοσιονομική τόνωση είναι υπερβολική; Η συζήτηση επί του ζητήματος αυτού που γίνεται μεταξύ των οικονομολόγων που στηρίζουν τους στόχους της κυβέρνησης του Joe Biden, έχει γίνει έντονη. Αυτό δεν είναι κακό, καθώς η πολιτική πρέπει να συζητείται. Σε αυτή την κρίση, όπως και στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, θα πρέπει κανείς να σταθμίσει τους κινδύνους του να κάνει υπερβολικά λίγα, έναντι των κινδύνων να κάνει υπερβολικά πολλά.

Ένα, όμως, είναι σαφές: το γεγονός πως το 2009 τα μέτρα στήριξης ήταν υπερβολικά λίγα, δεν σημαίνει πως πρέπει να είναι απαραίτητα σωστό να δοθούν πολλά περισσότερα μέτρα στήριξης σήμερα. Η πολιτική θα πρέπει να κρίνεται από τη βιωσιμότητά της σε τρέχουσες συνθήκες, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις αβεβαιότητες και την ισορροπία των κινδύνων.

Δεν έχω καμία αντίρρηση κατ’ αρχήν στις τεράστιες δημοσιονομικές δαπάνες. Πράγματι, τον Ιανουάριο του 2009, υποστήριξα πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να έχουν δημοσιονομικό έλλειμμα 10% του ΑΕΠ μέχρι να επουλωθούν οι κατεστραμμένοι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα. Λίγο μετά, υποστήριξα πως έπρεπε να μάθουμε από την Ιαπωνία αν θέλαμε να κατανοήσουμε τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν τότε οι δυτικές οικονομίες. Έχω επίσης αναγνωρίσει από την αρχή πως μια πανδημία είναι μια έκτακτη κατάσταση που μοιάζει μάλλον με πόλεμο. Η πολιτική πράγματι έπρεπε να προχωρήσει με πολεμικό βηματισμό.

Ωστόσο, είναι ζωτικής σημασίας να αναγνωρίζουμε τι είναι αυτό που κάνει μια πανδημία να διαφέρει από μια χρηματοοικονομική κρίση ή έναν πόλεμο. Σε αντίθεση με μια χρηματοοικονομική κρίση, η Covid-19 δεν θα δημιουργήσει απαραίτητα μια διόγκωση «κόκκινων» ιδιωτικών δανείων που ενδεχομένως να πιέσει τη ζήτηση επ’ αόριστον.

Αντίθετα, οι ισολογισμοί των ανθρώπων που έχουν βγάλει καλά λεφτά και έχουν δαπανήσει λίγα, έχουν στην πραγματικότητα βελτιωθεί. Και πάλι, αντίθετα με τον πόλεμο, η πανδημία δεν καταστρέφει φυσικό κεφάλαιο.

Υπάρχει πιθανότητα, ως εκ τούτου, οι οικονομίες να ανακάμψουν πολύ ισχυρά, όταν ξεθωριάσει ο φόβος της ασθένειας. Αν συμβεί αυτό, τότε το κυρίαρχο μέρος της σχεδιαζόμενης αντίδρασης δημοσιονομικής πολιτικής δεν θα πρέπει να στοχεύει τόσο στη βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, όσο στη βελτίωση της επόμενης μέρας, προωθώντας μια βιώσιμη αύξηση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να γίνει κατανοητή η συζήτηση για το δημοσιονομικό πακέτο 1,9 τρις. δολαρίων της κυβέρνησης Biden. Δεν είναι μια φιλοσοφική συζήτηση, αλλά μια συζήτηση για το μέγεθος, το χρόνο και τη φύση του πακέτου.

Ο πρωταγωνιστής ήταν ο Larry Summers, πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ και επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος του Barack Obama, με τη στήριξη του Olivier Blanchard, πρώην επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ. Και οι δυο είναι Κεϋνσιανοί και υποστηρικτές της κυβέρνησης Biden. Ο Summers μάλιστα ανέπτυξε και τη θεωρία της «διαρθρωτικής οικονομικής στασιμότητας» (secular stagnation), που δικαιολογεί την εξάρτηση από τη δημοσιονομική πολιτική.

Ο Summers αμφισβήτησε πρόσφατα σε άρθρο του στην Washington Post το πόσο σοφό είναι το πακέτο. Υποστήριξε πως μέτρα τόνωσης ίσα με το 13% του ΑΕΠ (τα 900 δισ. δολάρια που έχουν ήδη εφαρμοστεί συν τα 1,9 τρις. δολάρια) «είναι πολύ μεγάλα, ιδιαίτερα σε μια οικονομία με υπερβολικά χαλαρές χρηματοοικονομικές συνθήκες, προβλέψεις για λελογισμένα ταχεία ανάπτυξη, ανάγκες δημοσίων δαπανών που ακόμα δεν έχουν υλοποιηθεί, καθώς και μια πολύ μεγάλη διόγκωση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων. Τα ελλείμματα προϋπολογισμού το 2021 επί των προτεινόμενων σχεδίων σύντομα θα προσεγγίζουν τα επίπεδα ρεκόρ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως μερίδιο της οικονομίας».

Αυτή είναι αναμφίβολα μια λογική ανησυχία. Η αύξηση του ευρύτερου πλεονάσματος χρήματος είναι εξαιρετική. Το ΔΝΤ προβλέπει ένα μέτριο μόνο χάσμα μεταξύ του πραγματικού και το δυνητικού ΑΕΠ στις ΗΠΑ το 2021. Είναι πιθανό η νομισματική και δημοσιονομική επέκταση αυτής της κλίμακας να υπερθερμάνει σε τεράστιο βαθμό την αμερικανική οικονομία. Εν τούτοις, δεν βλέπουμε κάποια σημαντική αύξηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, ενώ η υπερβάλλουσα δυναμικότητα είναι πιθανό να διαρκέσει στην παγκόσμια οικονομία συνολικά.

Ορισμένοι αναλυτές φαίνεται να θεωρούν αδιανόητη μια μεγάλη εκτίναξη του πληθωρισμού, επειδή κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί εδώ και πολύ καιρό. Αυτό είναι ένα κακό επιχείρημα. Πολλοί νόμιζαν κάποτε πως μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ήταν αδιανόητη επειδή είχε πολύ καιρό να συμβεί. Τη δεκαετία του 1960 πολλοί νόμιζαν πως η πληθωριστική αύξηση της δεκαετίας του 1970 ήταν ομοίως αδιανόητη.

Πολλοί φαίνεται να πιστεύουν σήμερα πως η χαμηλότερη ανεργία δεν θα αυξήσει τον πληθωρισμό. Αλλά κάποια στιγμή η υπερβάλλουσα ζήτηση οπωσδήποτε θα αυξήσει τις τιμές και τους μισθούς. Τότε, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό θα αρχίσουν να κινούνται μόνιμα ανοδικά. Οι δεκαετίες του 1970 και του 1980 μας έμαθαν πως είναι πολύ κοστοβόρο να τις μειώσουμε, και όχι μόνο οικονομικά αλλά και σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της κυβέρνησης.

Οι ανησυχίες αυτές δεν πρέπει να θεωρηθούν ως επιχείρημα ενάντια σε οποιοδήποτε περαιτέρω δημοσιονομικό πακέτο στις ΗΠΑ. Αλλά αν ο Biden μπορούσε να αγνοήσει τον πολιτικό χρονισμό, θα ήταν πιο λογικό να επιδιώξει ένα μικρότερο πακέτο στήριξης τώρα και να προτείνει ένα τεράστιο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα επενδύσεων αργότερα. Στο μεταξύ, θα έβλεπε πώς πάει η ανάκαμψη προτού προτείνει και άλλο βραχυπρόθεσμο πρόγραμμα στήριξης. Αλλά η άποψη της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρα πως έχει παράθυρο ευκαιρίας να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων και έτσι πρέπει οι πράξεις της να είναι μεγαλεπήβολες τώρα, και όχι μετά.

Πιστεύει επίσης ξεκάθαρα πως η ισορροπία των κινδύνων γέρνει πολύ περισσότερο προς την πλευρά του να μην γίνουν αρκετά. Ας ελπίζουμε πως η κρίση της στην προώθηση αυτού του τεράστιου πακέτου θα αποδειχθεί σωστή.

Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι πως ένα μεγάλο πακέτο θα είναι ακόμα πιο σημαντικό για την ευρωζώνη, όπου η οικονομική επίπτωση της Covid-19 στο ΑΕΠ ήταν χειρότερη απ’ ότι στις ΗΠΑ και η ανάκαμψη φαίνεται δεδομένο πως θα είναι πιο ισχνή. Ούτε αποτελεί αυτό επιχείρημα ενάντια στη στροφή της ισορροπίας των μέτρων στήριξης από τη νομισματική στη δημοσιονομική πολιτική. Τέτοιες στροφές είναι επιθυμητές, δεδομένου του πόσο επιθετικά τείνει η νομισματική πολιτική να προωθεί την υπερβολική ανάληψη ρίσκου στα χρηματοοικονομικά.

Εάν εφαρμοστεί, το πακέτο των 1,9 τρισ. δολαρίων θα είναι ένα ριψοκίνδυνο πείραμα. Μπορεί να μην είναι κακό αν καταλήξει να είναι λίγο μικρότερο από αυτό που προτείνεται τώρα.

Ότι και αν αποφασιστεί, ένα είναι σαφές. Η επιτυχία του πακέτου είναι τεράστιας σημασίας. Το να αποδείξει η μια ενεργή κυβέρνηση πως μπορεί να δώσει καλά πράγματα στον λαό είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία της αμερικανικής δημοκρατίας.

Προσεύχομαι το τζογάρισμα της κυβέρνησης Biden να πετύχει.