Του Γιάννη Χουβαρδά

Η νέα έκρηξη βίας στη Μέση Ανατολή αποτελεί εξέλιξη με βαθύτερες αρνητικές προεκτάσεις για τους λαούς της περιοχής και όχι μόνο. Αφορμή γι’ αυτή στάθηκε η εκκίνηση των διαδικασιών έξωσης Παλαιστινίων οικογενειών από τις οικίες τους, εκ μέρους του Ισραηλινού κράτους, στη συνοικία Σέιχ Τζαράχ της κατεχόμενης (από το Ισραήλ) Ανατολικής Ιερουσαλήμ και η εισβολή και επίθεση των Ισραηλινών δυνάμεων καταστολής σε Παλαιστίνιους προσκυνητές στο Τέμενος Αλ – Ακσά (του τρίτου πιο ιερού τόπου του Ισλάμ) -επίσης στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, κατά την κορύφωση των εορτασμών της μεγάλης Ισλαμικής γιορτής του Ραμαζανιου.

Ως απάντηση η Παλαιστινιακή οργάνωση Χαμας που ελέγχει τη Λωρίδα της Γάζας προχώρησε σε ρίψη ρουκετών προς τα Ισραηλινά εδάφη, για να κλιμακώσουν την αντιπαράθεση οι Ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις, εξαπολύοντας μεγάλης κλίμακας αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Γάζας, οι οποίες προκάλεσαν ένα σπιράλ αύξησης των εχθροπραξιών που εκτυλίσσεται έως σήμερα. Την ίδια ώρα σε πολλές πόλεις του Ισραήλ εξελίσσονται βιαιοπραγίες και εκτεταμένα επεισόδια μεταξύ ομάδων Αράβων πολιτών και των δυνάμεων καταστολής του Ισραήλ, αλλά και αντιδραστικών Εβραίων, ενώ πραγματοποιούνται και κοινές συγκεντρώσεις Εβραίων και Αράβων κατά των επιθέσεων του Ισραηλινού στρατού στη Γάζα και υπέρ της ειρήνης.

Στο μεγαλύτερο βαθμό τα αίτια της νέας σύγκρουσης Ισραήλ-Παλαιστινίων βρίσκονται στην προσπάθεια της Ισραηλινής ηγεσίας να ισχυροποιήσει τη θέση της στις εξελισσόμενες διεργασίες για τη διευθέτηση του Παλαιστινιακού ζητήματος, με σκοπό να αποδυναμώσει την προοπτική ίδρυσης Παλαιστινιακού κράτους ή σε διαφορετική περίπτωση να διασφαλίσει στο μέγιστο βαθμό ότι το τελευταίο θα είναι απόλυτα εξαρτημένο και ελεγχόμενο από το Ισραήλ. Ο συγκεκριμένος στόχος φαίνεται σε αυτή τη συγκυρία να εκφράζει τα γενικά συμφέροντα της άρχουσας-αστικής τάξης της χώρας και των πολιτικό-στρατιωτικό-θρησκευτικών ελίτ που την πλαισιώνουν, γι’ αυτό και έχει ταυτιστεί με το Εθνικό Συμφέρον από μια ευρύτατη πλειοψηφία στον Ισραηλινό επιχειρηματικό κόσμο, στο πολιτικό σύστημα, στις ένοπλες δυνάμεις, στη γραφειοκρατία και στο ιερατείο. Στα πλαίσια της υλοποίησης του το κράτος του Ισραήλ εντείνει την πολιτική του εποικισμού και των προσαρτήσεων των κατεχομένων Παλαιστινιακών εδαφών, ενώ επιβάλλει ασφυκτικά περιοριστικά μέτρα και ελέγχους στην καθημερινή ζωή των Παλαιστινίων, εντείνοντας και την καταστολή.

Στη διαμόρφωση αυτού του στόχου και στην επιμονή με την οποία επιχειρείται η υλοποίηση του από τις Ισραηλινές κυβερνήσεις συνέβαλλε αποφασιστικά η στάση του ευρωατλαντικου παράγοντα (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΗΒ) και ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Αυτοί διαχρονικά εμποδίζουν την ίδρυση ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους με τους όρους που θέτουν οι αποφάσεις του ΟΗΕ, ανέχονται την κατοχή των Παλαιστινιακών εδαφών, δικαιολογούν τις προκλήσεις και την επιθετικότητα του Ισραήλ, κατακεραυνώνουν κάθε ενέργεια της Παλαιστινιακής αντίστασης. Η συγκεκριμένη στάση εκφράζεται και στην παρούσα κρίση, με την Αμερικανική διοίκηση μάλιστα να ενημερώνει το κογκρέσο στις 5 Μάη, ότι εγκρίνει την πώληση όπλων-βλημάτων ακριβείας στο Ισραήλ και ενώ έχει ήδη εμποδίσει την έκδοση 3 ψηφισμάτων στο Σ.Α. του ΟΗΕ, τα οποία καταδικάζουν τις επιθέσεις σε αμάχους και ζητούν τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Η φίλο-Ισραηλινή στάση των ευρωατλαντιστων έγινε πιο απροκάλυπτη στα πλαίσια της διαχείρισης της σύγχρονης πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή από τη διοίκηση Τραμπ. Ο κορμός αυτής της πολιτικής, την οποία εγκαινίασε η διοίκηση Ομπάμα, προβλέπει την αναζήτηση συμβιβασμών μεταξύ των εταίρων και συμμάχων τους στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την αναζήτηση μιας λειτουργικής σχέσης με το Ιράν, καθώς οι ΗΠΑ στρέφουν την προσοχή τους στην Ανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Ασία για τον αποτελεσματικότερο περιορισμό της Ρωσίας και της Κίνας. Στόχος της μεσανατολικής πολιτικής της Ουάσιγκτον είναι η υπονόμευση της παρουσίας και η παρεμπόδιση της περεταίρω διείσδυσης του Πεκίνου και της Μόσχας, με την παράλληλη υλοποίηση project οικονομικής συνεκμετάλλευσης υπό την καθοδήγηση του ευρωατλαντικού κεφαλαίου, αλλά και η διασφάλιση, ότι το ποσοστό της Ιρανικής επιρροής δε θα θέτει σε κίνδυνο τις παραδοσιακές περιφερειακές ισορροπίες και τα Αμερικανικά συμφέροντα. Σε αυτό το σκοπό οι ΗΠΑ αξιοποιούν τις παραδοσιακά συμμαχικές τους σχέσεις με το Ισραήλ, σημαντική δύναμη της περιοχής.

Η προσέγγιση της διοίκησης Τραμπ σε αυτήν την πολιτική υπήρξε ιδιαίτερα ευνοϊκή για το Τελ-Αβίβ. Όσον αφορά το Παλαιστινιακό αποδυνάμωσε την προοπτική ίδρυσης ενός πραγματικά βιώσιμου και ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους, προτείνοντας τη δημιουργία ενός ανάλογου με τα Μπαντουστάν που λειτουργούσε το καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότιο Αφρική, ενώ τροφοδότησε και σενάρια που δεν περιλαμβάνουν αυτό το ενδεχόμενο. Παράλληλα η τότε Αμερικανική διοίκηση ξεπάγωσε και έθεσε σε εφαρμογή απόφαση του 1995 που αναγνωρίζει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραηλινού κράτους. Επίσης άσκησε πίεση και πέτυχε την ομαλοποίηση των σχέσεων μίας σειράς Αραβικών καθεστώτων μαζί του, με τις λεγόμενες συμφωνίες του Αβραάμ, προσφέροντας στο Τελ-Αβίβ σημαντική νομιμοποίηση στην πολιτική του. Τέλος ακολούθησε τακτική άσκησης μέγιστης πίεσης προς το Ιράν, έναν από τους στρατηγικούς ανταγωνιστές του Ισραήλ, προκειμένου να το εξαναγκάσει σε μία διαφορετική συμφωνία απ’ αυτή που υπέγραψε η διοίκηση Ομπάμα μαζί του το 2015. ‘Όλα αυτά τα γεγονότα έδωσαν νέα ώθηση στο Τελ-Αβίβ να συνεχίζει την επιθετική του πολιτική.

Σήμερα η διοίκηση Μπάιντεν δείχνει ότι θα αναπτύξει την Αμερικανική Μεσανατολική πολιτική, προχωρώντας σε ορισμένες διαφοροποιήσεις από την προκάτοχο της, οι οποίες ωστόσο δεν αμφισβητούν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής, όπως παρουσιάστηκαν πιο πάνω. Συγκεκριμένα διακηρύττει ότι παραμένει προσηλωμένη σε μία “λύση’ δύο κρατών στο Παλαιστινιακό, δίχως όμως να αναμένεται η προώθηση της με τους όρους που προβλέπουν οι αποφάσεις του ΟΗΕ, ενώ φαίνεται να επιδιώκει και την επιστροφή των ΗΠΑ στη συμφωνία του 2015 με το Ιράν, επιλογές που προβληματίζουν την Ισραηλινή ηγεσία.

Συνεπώς στην περίπτωση που το Ισραήλ κατορθώσει να προωθήσει τους σχεδιασμούς του στο Παλαιστινιακό μέσω της παρούσας σύγκρουσης, η Ισραηλινή κυβέρνηση θα πετύχει να μετρήσει βήματα στην αποδοχή από τους Παλαιστινίους όσων συντελέστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που δε θα μπορεί να αγνοηθεί από την Αμερικανική διοίκηση. Ίσως αυτό είναι ο λόγος που Αμερικάνοι αξιωματούχοι και ο ίδιος ο Πρόεδρος Μπάιντεν, παράλληλα με τις διευκολύνσεις που προσφέρουν στο Τελ-Αβίβ, προβαίνουν και σε δημόσια καλέσματα για εκεχειρία αλλά και σε ορισμένες παρατηρήσεις προς τους Ισραηλινούς συναδέλφους τους όσον αφορά τους νεκρούς αμάχους.

Παράλληλα η ανάφλεξη της διαμάχης Ισραήλ-Παλαιστινίων έπεται σημαντικών πολιτικών γεγονότων στο Ισραήλ και στα Παλαιστινιακά εδάφη, τα οποία ήδη επηρεάζει. Στο Ισραήλ το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών και οι διαμορφωθείσες σχέσεις μεταξύ των κύριων πολιτικών παραγόντων προμήνυαν την απομάκρυνση του Νετανιάχου από την Πρωθυπουργία και πιθανά την παραπομπή του σε δίκη για διαφθορά. Ωστόσο η έκρηξη της βίας δημιουργεί νέα δεδομένα που ενδεχόμενα να επιτρέψουν στο σημερινό Πρωθυπουργό να παραμείνει στη θέση του. Αντίστοιχα στα Παλαιστινιακά εδάφη η απόφαση του Προέδρου της Παλαιστινιακής αρχής να αναβάλλει τις προγραμματισμένες για το επόμενο διάστημα εκλογές, έδειχνε ότι μπορούσε να διασώσει για την ώρα τον ίδιο και τη Φατάχ από την πολιτική συντριβή και να αποτρέψει την κυριαρχία της Χαμάς και στη Δυτική Όχθη. Όμως η έναρξη των εχθροπραξιών δίνει την ευκαιρία στην τελευταία να πολλαπλασιάσει και άλλο το κύρος της στην Παλαιστινιακή κοινωνία.

Πρόσθετα οι εξελίξεις επηρεάζουν και τη συμπεριφορά των ισχυρών δυνάμεων της περιοχής. Πολλές Αραβικές χώρες που έχουν αναπτύξει επίσημα ή ανεπίσημα σχέσεις με το Ισραήλ, όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, αλλά και άλλες που σύναψαν πρόσφατα διπλωματικές σχέσεις μαζί του, όπως το Μαρόκο και το Σουδάν, σήμερα αποπειρώνται να συνδυάσουν αυτή την πραγματικότητα με την ανάγκη τους να καταδικάσουν τις βιαιοπραγίες εναντίον των Παλαιστινίων και τη διάθεση τους να επέλθει εκεχειρία. Αυτή η στάση τους απορρέει από τη μεγάλη σημασία που έχει για την πολιτική τους σταθερότητα το Παλαιστινιακό ζήτημα, δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις τους αξιοποιούν την Αραβική και Ισλαμική τους ταυτότητα για τη χειραγώγηση και την ενσωμάτωση των κοινωνιών τους στους σχεδιασμούς τους. Ως εκ τούτου οφείλουν να εκφράζουν κάποια αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους. Επιπλέον αφορά την ίδια τη δυνατότητα που τους παρέχει η επιρροή τους στις Παλαιστινιακές οργανώσεις και σε αυτό καθαυτό το Παλαιστινιακό ζήτημα για να επηρεάζουν τις υποθέσεις της περιοχής και να λειτουργούν ως περιφερειακοί δρώντες. Συνακόλουθα κυβερνήσεις όπως της Αιγύπτου, η οποία συνορεύει με τη Λωρίδα της Γάζας, αλλά και του Κατάρ, όπου φιλοξενείται μέρος της ηγεσίας της Χαμάς, επιχειρούν να λειτουργήσουν ως γεφυροποιοί, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την επίτευξη εκεχειρίας. Σε αυτή την προσπάθεια φαίνεται να έχουν τη στήριξη των ΗΠΑ.

Από την άλλη μεριά δυνάμεις που επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν το κύρος τους στις Ισλαμικές κοινωνίες για να συγκροτήσουν γύρω τους ομάδες χωρών και οργανώσεων, στις οποίες επιθυμούν να ηγηθούν, όπως η Τουρκία και το Ιράν, αλλά και ορισμένες άλλες που επενδύουν στην Ισλαμική ταυτότητα για την αύξηση του γεωπολιτικού τους αποτυπώματος, όπως η Μαλαισία και το Πακιστάν, ανεβάζουν τους τόνους απέναντι στο Ισραήλ. Αντίστοιχα αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την άσκηση διεθνούς πίεσης προς αυτό. Ξεχωρίζει η στάση της Τουρκίας, η οποία ανέστειλε (τουλάχιστον επίσημα) τις προσπάθειες της για αναθέρμανση των σχέσεων της με το Ισραήλ. Ακόμη περισσότερη αίσθηση όμως προκάλεσαν τα καλέσματα του Τούρκου υπ. Εξωτερικών στον Οργανισμό Ισλαμικής Συνδιάσκεψης για την ανάπτυξη Ισλαμικής πολυεθνικής στρατιωτικής δύναμης στα Παλαιστινιακά εδάφη με σκοπό την προστασία του πληθυσμού τους, η προτροπή του Τούρκου Προέδρου Ρ.Τ. Ερντογάν προς τον Πάπα Φραγκίσκο να υποστηρίξει την επιβολή κυρώσεων στο Ισραήλ, αλλά και το άρθρο ενός εκ των πατέρων της “Γαλάζιας Πατρίδας” στο φιλοκυβερνητικό Τουρκικό τύπο, με το οποίο επιχειρηματολογεί υπέρ της σύναψης ΑΟΖ Τουρκίας-Παλαιστίνης στα πρότυπα του Τουρκολυβικού μνημονίου.

Την ίδια ώρα η πορεία των εχθροπραξιών και το σκηνικό βίας στο εσωτερικό του Ισραήλ καταδεικνύουν δύο γεγονότα. Πρώτον ότι η αντίσταση των Παλαιστινίων δεν είναι απλά ζωντανή, αλλά μπορεί να δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στα σχέδια του Τελ-Αβίβ. Αυτό αποτυπώνεται στη μαζική κινητοποίηση του Παλαιστινιακού λαού σε όλα τα Παλαιστινιακά εδάφη, στην αλληλεγγύη που εκφράζει μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης, ακόμη και στις κοινωνίες της Δύσης, για την Παλαιστινιακή υπόθεση, στα νέα όπλα που χρησιμοποιεί η Χαμάς και στην ικανότητα της να πλήττει για μεγάλο χρονικό διάστημα περιοχές έως και 250 km μακριά από τη Γάζα. Δεύτερον ότι η κοινωνική συνοχή και η πολιτική ομαλότητα στο Ισραήλ επηρεάζεται από τις εξελίξεις στο Παλαιστινιακό και δεν είναι διόλου δεδομένες.

Συνακόλουθα από τις εξελίξεις διαφαίνονται και τα όρια της προσπάθειας του Τελ-Αβίβ να ενταφιάσει την προοπτική ίδρυσης ενός πραγματικά ανεξάρτητου και βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους, δίχως να εμπλακεί σε μια ολοκληρωτική και πολυμέτωπη, πολεμική αναμέτρηση με τους Παλαιστινίους, με αβέβαια για το ίδιο αποτελέσματα ακόμη και σε περίπτωση νίκης, αλλά και με απρόβλεπτες επιπτώσεις για ολόκληρη την περιοχή. Ένα βήμα σε αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η εξαπόλυση χερσαίας επίθεσης στη Γάζα με στόχο την κατάληψη της και τη συντριβή των Παλαιστινιακών οργανώσεων, κάτι που δεν επετεύχθη ούτε με την παρουσία του Ισραηλινού στρατού εκεί έως το 2005, όταν και αποχώρησε. Σε διαφορετική περίπτωση μία εκεχειρία είναι το πιθανότερο σενάριο, ακόμη και αν χρειαστεί να προηγηθεί περεταίρω κλιμάκωση των εχθροπραξιών, ίσως και κάποιου εύρους χερσαίες επιχειρήσεις. Ωστόσο αυτή δε θα σημαίνει τον περιορισμό της έντασης, αλλά την τοποθέτηση της σε ένα νέο πλαίσιο εξίσου επικίνδυνο, όπου το Παλαιστινιακό ζήτημα θα ξανά έχει την προσοχή της διεθνούς διπλωματίας.

Συνεπώς βάσει όσων γράφηκαν παραπάνω προκύπτει ότι η σύγχρονη αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων έχει δύο σημαντικές αρνητικές προεκτάσεις για τους λαούς στην ευρύτερη περιοχή. Η πρώτη είναι ότι λειτουργεί ως κρίκος στην προσέλκυση νέων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στη Μέση Ανατολή. Η δεύτερη σχετίζεται με το ότι περιπλέκει βαθιά πλέον αυτούς τους ανταγωνισμούς (της Μέσης Ανατολής) με τους ανταγωνισμούς σε Ανατολική Μεσόγειο και Περσικό Κόλπο, καθιστώντας π.χ. τις εξελίξεις στο Κυπριακό περισσότερο αλληλεξαρτώμενες με τις εξελίξεις στα Παλαιστινιακά εδάφη.