Της Μαρίνας Αλεξανδρή

Επιστημονικά και οργανωτικά ο στόχος είναι ο εμβολιασμός της μεγάλης πλειοψηφίας του γενικού πληθυσμού έως τα τέλη Μαίου έτσι ώστε να επιτευχθεί η λεγόμενη συλλογική ανοσία στον κορονοϊό.

Πολιτικά ο στόχος είναι να δώσει το εμβόλιο, στον ταχύτερο δυνατό χρόνο, την υγειονομική, κοινωνική και οικονομική διέξοδο που δεν κατάφερε να πετύχει η κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας.

Και, κατ΄επέκταση, να δώσει και την ευχέρεια στον Κυριάκο Μητσοτάκη για πολιτικό σχεδιασμό «επανεκκίνησης» – πιθανότατα και μέσα από εκλογές – έως το φθινόπωρο.

Η επίτευξη κανενός από τους δύο στόχους δεν θεωρείται εγγυημένη αυτή την στιγμή. Και ακόμη και εντός της κυβέρνησης υπάρχει έντονος φόβος για το πώς θα εξελιχθεί, πόσο θα διαρκέσει και πότε θα αποδώσει το όλο εγχείρημα του εμβολιασμού.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσιάζει το όλο πρόγραμμα ως «εθνικό στοίχημα».

Την Τετάρτη, είπε ότι για να μην υπάρχει κίνδυνος αναζωπύρωσης της πανδημίας στόχος είναι να φθάσουμε στο σημείο να έχουμε εμβολιασμό σε ποσοστό άνω του 50% του πληθυσμού, ενώ ο υπουργός Υγείας Βασίλης Κικίλιας μίλησε για «εγχείρημα που, ποτέ στο παρελθόν δεν έχει οργανωθεί σε τέτοιο βαθμό – ποτέ σε παγκόσμια κλίμακα».

Για να διαβεβαιώσει ότι «το σύνολο του κράτους εργάζεται πυρετωδώς για να πετύχει η προσπάθεια».

Κατά το χρονοδιάγραμμα που έδωσε επίσης χθες η κυβέρνηση, το επιχειρησιακό σχέδιο προβλέπει τον εμβολιασμό περίπου 70.000 ατόμων ως τις 10 Ιανουαρίου, με προτεραιότητα σε υγειονομικούς, δομές ευγηρίας και αξιωματούχους που κρίνονται απαραίτητοι για την λειτουργία του κράτους.

Και από εκεί και πέρα, το ίδιο χρονοδιάγραμμα προβλέπει την έναρξη εμβολιασμού του γενικού πληθυσμού «μέσα στον Φεβρουάριο» με προτεραιότητα στους ηλικιωμένους άνω των 85 ετών και, στην συνέχεια, άνω των 70 ετών.

Εδώ όμως αρχίζει να παρεμβάλλεται η πραγματικότητα των αριθμών που, από μόνη της θέτει σε πλήρη αίρεση τον χρόνο που θα απαιτηθεί για να χτιστεί η πολυπόθητη συλλογική ανοσία – και τούτο, ανεξαρτήτως των ερωτημάτων που τίθενται και για την επιχειρησιακή ικανότητα του κρατικού μηχανισμού.

Αυτοί οι αριθμοί λένε πως έως τα τέλη Μαρτίου θα έχουν φθάσει στην Ελλάδα λίγο περισσότερες από 1,2 εκατομμύριο δόσεις του εμβολίου, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμη κι εάν όλα λειτουργήσουν άψογα, θα έχουν καταφέρει να εμβολιαστούν έως τότε περίπου 600 χιλιάδες πολίτες.

Είναι το ίδιο διάστημα στο οποίο το χρονοδιάγραμμα της κυβέρνησης προβλέπει ότι θα τρέχει ο εμβολιασμός των ηλικιακών ομάδων από 70 ετών και άνω, καθώς και των ευπαθών ομάδων.

Οι 600 χιλιάδες όμως αντιστοιχούν σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού, φθάνουν λίγο πάνω από το 5% του συνόλου, και ως εκ τούτου ούτε ίχνος συλλογικής ανοσίας δεν θα μπορεί να έχει επιτευχθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2021.

Μια απάντηση που δίνεται από κυβερνητικά στελέχη είναι πως, πλην του εμβολίου της Pfizer, στην πορεία θα αρχίσουν να έρχονται τα εμβόλια και των υπολοίπων εταιριών, όμως πρόκειται για εμβόλια τα οποία ακόμη δεν έχουν πάρει τις τελικές εγκρίσεις και για τα οποία θα ισχύσουν, έτσι κι αλλιώς, οι ίδιες ποσοστώσεις κατανομής στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης – ποσοστώσεις που, μέχρι στιγμής, δεν ευνοούν την Ελλάδα.

Με αυτά τα δεδομένα, οι εκτιμήσεις που υπάρχουν και στο εσωτερικό της κυβέρνησης είναι πως θα αποτελέσει επιτυχία εάν έως τον Μάιο έχουν εμβολιαστεί 2 με 3 εκατομμύρια πολίτες – ποσοστό, που μετά βίας ξεπερνά το 25% του πληθυσμού και που, και πάλι, δεν εγγυάται καμία συλλογική ασφάλεια. Κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, ρεαλιστική συζήτηση για ύπαρξη συλλογικής ανοσίας δεν θα μπορεί να γίνει πριν από το φθινόπωρο.

Υπό αυτά τα δεδομένα, ο βασικός φόβος μεταξύ κυβερνητικών στελεχών είναι μια έκρηξη της πανδημίας στο κρίσιμο τρίμηνο, δηλαδή στο διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου κατά το οποίο ο εμβολιασμός θα βρίσκεται σε απόλυτα πρώιμο στάδιο.

Ο φόβος αυτός εκπορεύεται από δύο παράγοντες:

Ο πρώτος είναι πως οι ειδικοί έχουν ήδη προειδοποιήσει το Μαξίμου ότι το ΕΣΥ δεν αντέχει τρίτο επιδημικό κύμα ανάλογης έντασης με το δεύτερο, ειδικά εάν αυτό συμπέσει με έξαρση της γρίπης.

Ο δεύτερος είναι πως μια παράταση των συνθηκών lockdown – ακόμη και ήπιων – πέραν του πρώτου διμήνου του 2021 θα καταρρίψει και τις τελευταίες προσδοκίες ανάταξης της οικονομίας και ανάσχεσης της ύφεσης. Και, ταυτόχρονα, θα καταρρίψει και όλους τους πολιτικούς σχεδιασμούς του Μαξίμου, με απρόβλεπτες πια συνέπειες.