Του Νίκου Μπίστη*

Προκάλεσε ευλόγως μεγάλο ενδιαφέρον η συνέντευξη του Γιώργου Παπανδρέου στο περιοδικό «Πατρινόραμα». Και αυτό, γιατί ανοίγει θέμα προοδευτικής διακυβέρνησης την ώρα που οι σχέσεις ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. είναι κάτι παραπάνω από παγωμένες. Την ώρα που ένα καθόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του ΚΙΝ.ΑΛΛ. λοξοκοιτά προς τα δεξιά ενώ αντανακλαστικά ένα μέρος του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δείχνει να ικανοποιείται με μια περιορισμένη -καθόλου πιθανή και κατά πάσα πιθανότητα εκλογικά αναποτελεσματική- ενότητα της Αριστεράς.

Ο Παπανδρέου αντιλαμβάνεται ότι το πρώτο είναι λάθος και το δεύτερο δεν αρκεί. Τη διατύπωσή του για την ανάγκη προοδευτικής διακυβέρνησης θα την προσυπέγραφε κάθε λογικός αριστερός και κεντροαριστερός. «Υπάρχει ανάγκη, πράγματι, για μια προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, ριζοσπαστικής, οραματικής αλλά και ρεαλιστικής, που να συμβάλει στη συγκρότηση μιας συμμαχίας προοδευτικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την πραγματοποίηση της μεγάλης στροφής που πρέπει να γίνει. Την αλλαγή πορείας. Οχι απλά την κατάκτηση της εξουσίας για την εξουσία. Μια προοδευτική στροφή, που θα δυναμώσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και θα καταστήσει αυτονόητη τη συμμετοχή της κοινωνίας.

»Να επουλώσουμε τις πληγές, να μειώσουμε, ακόμη και να κλείσουμε τις ανισότητες, να οικοδομήσουμε κράτος δικαίου, κοινωνική δικαιοσύνη. Ο,τι δηλαδή απαιτείται για την κοινωνική συνοχή, που μαζί με τη δημοκρατική λειτουργία των θεσμών αποτελούν τη μοναδική εγγύηση για να αντιμετωπίσουμε δημοκρατικά και αποτελεσματικά τις μεγάλες προκλήσεις».

Από όσα γράφει αλλά και από όσα παραλείπει προκύπτει ένα αδιαπέραστο τείχος προς τα δεξιά και μια επιφύλαξη προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που εδράζεται κυρίως στις δύσκολες και τραυματικές σχέσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση Παπανδρέου και τον τότε ανερχόμενο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτοχρόνως και σε αντίθεση με την ηγεσία του ΚΙΝ.ΑΛΛ. ούτε αποκλείει με μικρομέγαλη υπεροψία τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία από το πολιτικό μέτωπο των προοδευτικών δυνάμεων ούτε θέτει όρους μη ρεαλιστικούς και εκ των πραγμάτων ανεδαφικούς. Υπερασπίζεται βέβαια τον εαυτό του και τη διακυβέρνησή του, περιγράφει το δυσμενές διεθνές πλαίσιο με το οποίο βρέθηκε αντιμέτωπος, παραμένει βαθιά ενοχλημένος από αυτό που θεωρεί άδικη στοχοποίησή του «στις πλατείες του θυμού και του διχασμού».

Είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει. Υπό μία προϋπόθεση: να στοχεύει στο μέλλον της προοδευτικής παράταξης, στην αναζήτηση κοινού, σύγχρονου προγραμματικού λόγου και να μην είναι το άλλοθι για νέο διχασμό, οχύρωση πίσω από χτεσινές αντιπαλότητες και άρνηση συνεργασίας. Οι καιροί έχουν αλλάξει και όλοι πρέπει να βγαίνουμε από αυτή τη δεκάχρονη περιπέτεια σοφότεροι. Και να έχουμε υπόψη μας ότι χωρίς ένα ποσοστό λήθης δεν μπορείς να οικοδομήσεις μέλλον και συμμαχίες. Χωρίς αυτό το ποσοστό λήθης ούτε η ΕΔΑ, ούτε η Ενωση Κέντρου, ούτε ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου θα είχαν συγκροτηθεί.

Οι πρωταγωνιστές τους είχαν ανηλεώς συγκρουστεί πριν ενώσουν δυνάμεις. Ο πρόεδρος της ΕΔΑ Πασαλίδης ως μενσεβίκος είχε κυνηγηθεί από τους μπολσεβίκους, ο Γεώργιος Παπανδρέου αποκαλούσε τον Σοφοκλή Βενιζέλο φελλό που για αυτό επιπλέει και ο Χαρίλαος με τον Λεωνίδα πριν φτιάξουν τον Συνασπισμό όταν συναντιόντουσαν στο ασανσέρ της Βουλής δεν αντάλλασσαν χαιρετισμό. Το Ολαντρέου είναι πταίσμα μπροστά σε αυτά.

Στην ουσία των διαφορετικών προσεγγίσεων θα έλεγα ότι κρίνοντας εκ των υστέρων ο Γιώργος Παπανδρέου δεν είχε μετρήσει τις αρνητικές συνέπειες της εμπλοκής του ΔΝΤ ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 γνώρισε, με επακόλουθο μια σοβαρή διάσπαση και συνέχιση μιας αφύσικης συμμαχίας με τους ΑΝ.ΕΛΛ., τις επιπτώσεις αυταπατών και υποτίμησης των συσχετισμών. Ομως τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια και υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Θα μπορούσε με τη σειρά του να διαμαρτυρηθεί για τη σιωπή του Παπανδρέου, ο οποίος στα θέματα εξωτερικής πολιτικής έχει πιο προωθημένες θέσεις όχι μόνο από το ΚΙΝ.ΑΛΛ. αλλά σε κάποια σημεία και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τι νόημα θα είχε η εμμονική επιστροφή στο παρελθόν;

Το ερώτημα από αυτή τη συνέντευξη είναι αν πρόκειται για μια φωτοβολίδα ή αν θα είναι μια συμβολή με πρακτική συνέχεια στην ανασυγκρότηση της προοδευτικής παράταξης. Ανασυγκρότηση που, όπως αναγνωρίζει ο Παπανδρέου, «είναι ένα πολύ δύσκολο, αλλά απαραίτητο εγχείρημα». Κάποιοι ήδη διάβασαν τη συνέντευξη ως επίθεση στο ΚΙΝ.ΑΛΛ. και την αυτόνομη πορεία του. Το τελευταίο που χρειάζεται ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος είναι νέες διασπάσεις και αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπα που υπονομεύουν την προοπτική προοδευτικής διακυβέρνησης. Μόνο όλοι μαζί μπορούμε.

*Μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία