H εξωτερική πολιτική της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο, υπό την προεδρία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει ως αξονικό στοιχείο τους υδρογονάνθρακες, αλλά αντιθέτως επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, τονίζουν σε άρθρο τους στο περιοδικό Foreign Policy οι αναλυτές Ζήνωνας Τζιάρρας και Τζαλέλ Χαρχάουι.

Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν πρέπει να εξετάζονται χωριστά από την ευρύτερη δυναμική στην περιοχή, όπου συγκρούονται συμφέροντα των «Μεγάλων Δυνάμεων».

Η Τουρκία αξιοποιεί τους διάφορους θεσμικούς, οικονομικούς και δεσμούς ασφαλείας που έχει με τη Δύση για να αυξήσει την ισχύ της στο περιφερειακό της σύστημα, την ίδια στιγμή που γίνεται λιγότερο φιλελεύθερη, με την πολιτική Ερντογάν να χαρακτηρίζεται από «ισλαμικό λαϊκισμό, εθνικισμό και αυταρχισμό».

Όσον αφορά στην εξωτερική πολιτική, ο Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει να καταστήσει την Τουρκία ως μια μεγάλη δύναμη, όπου αυτό είναι εφικτό, επενδύοντας σε στρατιωτικό εξοπλισμό, με σκοπό να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες στο γεωπολιτικό περιβάλλον της.

Σύμφωνα με αναλυτές εκτιμούν ότι ο Ερντογάν έχει μια κοσμοθεωρία που περιλαμβάνει παλιές αλλά και νέες γεωπολιτικές φιλοδοξίες, κάτι που φάνηκε και από τις πρόσφατες εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο στην ανατολική Μεσόγειο, οι οποίες δεν ανέδειξαν μόνο τη σημασία των φυσικών πόρων και του αερίου, αλλά και το ζήτημα της κυριαρχίας, που απασχολεί ιδιαίτερα τον Τούρκο Πρόεδρο.

Η Άγκυρα προσπαθεί να γίνει μεγάλη δύναμη στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, επενδύοντας σε στρατιωτικό εξοπλισμό και πιέζοντας γεωπολιτικές καταστάσεις στην περιοχή προς οφελός της.

Γι’ αυτό και οι αναλυτές επισημαίνουν πως ο τουρκικός επεκτατισμός τροφοδοτείται όχι μόνο από τα εδαφικά κέρδη, αλλά επίσης και από την ταυτότητα και την ιδεολογία».

Στη συνέχεια τονίζουν ότι η Τουρκία είναι πλέον ένα αναθεωρητικό κράτος, το οποίο ξεκινά στρατιωτικές επεμβάσεις, επιδιώκει να ελέγξει ξένα εδάφη, όπως στη Συρία και το Ιράκ, αμφισβητεί τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, όπως κάνει με την Κύπρο και την Ελλάδα, παρεμβαίνει πολιτικά και ασχολείται με την δημογραφική μηχανική, όπως στη Συρία και το ψευδοκράτος, διατηρεί βάσεις στο εξωτερικό, όπως στη Σομαλία και το Κατάρ και τέλος υποστηρίζει ομάδες μαχητών σε περιοχές στη Λιβύη, τη βόρεια Συρία και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Οι αναλυτές σημειώνουν τέλος ότι οι Κεμαλικοί δεν θα είχαν ξεκινήσει ποτέ τέτοιες επικίνδυνες πρακτικές και πολιτικές, καθώς η εξωτερική πολιτική τους περιστρέφεται γύρω από το φόβο της απώλειας, όχι την απόκτησης κυριαρχικής επικράτειας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ερντογάν και των οπαδών του.