Tο γεγονός ότι οιεθνικές εκλογές στη χώρα, οι οποίες θα διεξαχθούν πριν από το τέλος Ιουλίου το επόμενο έτος, 2023, θα είναι οι πρώτες εκλογές μετά από μερικές δεκαετίες στις οποίες δεν θα υπάρχει το μπόνους των 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, φαίνεται να δημιουργεί σκοπέλους για τα ελληνικά ομόλογα σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα JP Morgan.

«Συνολικά, ο κίνδυνος μιας χρονοβόρας διαδικασίας σχηματισμού συνασπισμού στην Ελλάδα είναι υπαρκτός. Από την άλλη, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, καθώς αυτή τη στιγμή συγκεντρώνει περίπου το 35% έναντι της αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκεται στο 28%. Αυτό το αποτέλεσμα είναι αρκετά παρόμοιο με αυτό των εκλογών του 2019», εξηγεί η παγκόσμια ομάδα ανάλυσης επιτοκίων της τράπεζας.

Το σχετικά «θολό» έως τις εκλογές τοπίο ωστόσο δεν αποτρέπει την τράπεζα να προτείνει τοποθετήσεις στα ελληνικά ομόλογα μόλις το ζήτημα των εκλογών καθοριστεί. «Η προσδοκία μας είναι ότι η το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας θα κερδίσει τις εκλογές και ενδεχομένως θα σχηματίσει πλειοψηφική κυβέρνηση συνασπισμού, συνεχίζοντας να εφαρμόζει μια εποικοδομητική πολιτική ατζέντα. Ωστόσο, βλέπουμε κινδύνους ότι ο σχηματισμός του πλειοψηφικού συνασπισμού θα μπορούσε να πάρει κάποιο χρόνο, καθώς ο αριθμός των πιθανών συμμαχικών κομμάτων είναι περιορισμένος ή η Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να χρειαστεί να κυβερνήσει τη χώρα με κυβέρνηση μειοψηφίας», εκτιμά η JP Morgan.

«Η αδύναμη κατάταξη της Ελλάδας στο πλαίσιο του κρατικού κινδύνου οφείλεται κυρίως στο υψηλό φορτίο του χρέους, αλλά δεδομένου ότι μεγάλο ποσοστό του ελληνικού χρέους κατέχεται από τον επίσημο τομέα (ποσοστό υψηλότερο από 70%), η πραγματική έκθεση στο χρέος του ιδιωτικού τομέα είναι αρκετά περιορισμένη. Βάσει των θεμελιωδών παραμένουμε σε γενικές γραμμές θετικοί για τα ελληνικά ομόλογα, ιδίως δεδομένων των πρόσφατων ισχυρών μακροοικονομικών/δημοσιονομικών επιδόσεων της χώρας. Προτείνουμε αγορές ελληνικών ομολόγων έναντι της Ιταλίας, καθώς προβλέπουμε ότι η Ελλάδα θα διαπραγματεύεται σταθερά έως ελαφρώς στενότερα από την Ιταλία έως το τέλος του 2023, μετά τις εθνικές εκλογές», προβλέπει η JPM.

«Αν και αναμένουμε ότι τα ελληνικά ομόλογα (GGBs) θα δεχθούν πιέσεις κατά την είσοδό τους στο εκλογικό σκηνικό γύρω στα μέσα του 2023, αυτό θα αποτελέσει ελκυστική ευκαιρία για να εισέλθουμε με αυξημένες θέσεις στα ελληνικά ομόλογα (overweight), δεδομένης της βασικής μας υπόθεσης ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα αποκλίνει ουσιαστικά από την τρέχουσα πορεία πολιτικής. Προβλέπουμε ότι τα spreads των ελληνικών ομολόγων από τις 224 μονάδες βάσης (μ.β.) θα διαμορφωθούν σε 235μ.β. έναντι των γερμανικών bunds, εξαιτίας των εκλογών, για να μειωθούν στις 185μ.β. στο τέταρτο τρίμηνο του έτους.», εξηγεί η αμερικανική τράπεζα.

Αναφορικά με τις εκτιμήσεις για τις επιδόσεις της οικονομίας το επόμενο έτος, η JPM εκτιμά ότι το 2023 η χώρα δεν θα εισέλθει σε ύφεση και θα επιδείξει ρυθμό ανάπτυξης 1%, ο πληθωρισμός θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα της τάξεως του 6% κατά μέσο όρο, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα θα ξεπεράσει το 1%, με το έλλειμμα του προϋπολογισμού στο 1,8%. Η πτωτική πορεία στο δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ θα συνεχιστεί και το 2023, με τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ να διαμορφώνεται σε 162%. Αντίθετα, η ανεργία θα σταματήσεις την πτωτικής της πορεία και θα μείνει στο 12,4%.

Τέλος, από πλευρά των οίκων αξιολόγησης, η JPM δεν προβλέπει σημαντικές ενέργειες αλλά για την Ελλάδα εκτιμά την επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας στα τέλη του 2023 μετά τις εκλογές, αλλά τελικά όλα θα εξαρτηθούν από τις εκλογές. «Τονίζουμε ότι, σύμφωνα με τη βασική μας υπόθεση, ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει στην κυβέρνηση, τότε η Ελλάδα θα μπορούσε να φτάσει στην επενδυτική βαθμίδα, ενδεχομένως μετά τις εκλογές στα τέλη του 2023 ή στις αρχές του 2024», καταλήγει η JPM.