Αν και για τους “γκουρού” των αγορών το προχθεσινό μίνι κραχ στη Γουόλ Στριτ με επίκεντρο τον κλάδο της τεχνολογίας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ακόμη μία “αυτοδιόρθωση” του συστήματος σε ένα περιβάλλον αποτρεπτικά υψηλών τιμών, η κατρακύλα της μετοχής της Meta, της μητρικής εταιρείας του Facebook, που έχασε παραπάνω από το ένα τέταρτο της αξίας της σε μόνο μία συνεδρίαση, αναδεικνύει δύο στοιχεία.

Από τη μία, επιβεβαιώνει πόσο ευάλωτοι είναι πραγματικά οι αποκαλούμενοι γίγαντες της τεχνολογίας και γενικότερα ο “μικρόκοσμος” της υψηλής τεχνολογίας και της άυλης ψηφιακής οικονομίας στον οποίο έχουν επενδυθεί τεράστια ιδιωτικά κεφάλαια με την ελπίδα της αέναης κερδοφορίας.

Από την άλλη, έρχεται να δώσει κάποιες πιθανές πρώτες ενδείξεις για την παρακμή της πλατφόρμας που καθιέρωσε σε παγκόσμια κλίμακα την ηλεκτρονική κοινωνική δικτύωση ακριβώς πριν από δεκαοκτώ χρόνια, ενώ η μητρική εταιρεία της έχει κατηγορηθεί ότι η έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στα έσοδα, παρά στο περιεχόμενο που δημοσιεύεται και αναπαράγεται από τις σελίδες του Facebook.

Την αλυσιδωτή αντίδραση στη Γουόλ Στριτ προκάλεσαν τα μειωμένα κέρδη του FB κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2021 και η προοπτική επιβράδυνσης της ανάπτυξής του στο πρώτο αυτής της χρονιάς. Ο κολοσσός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχασε χρήστες στη βόρεια Αμερική για πρώτη φορά στην ιστορία του κι αυτό που προκαλεί μεγάλη ανησυχία στα στελέχη του είναι ότι αυτές οι απώλειες αφορούν το πιο “δυναμικό” κομμάτι του καταναλωτικού κοινού, τους νέους.

Για μια εταιρεία με τόσο ισχυρή παρουσία στο αμερικανικό χρηματιστήριο, η πτώση της μετοχής της κατά σχεδόν 26% είχε ως αποτέλεσμα ιλιγγιώδεις απώλειες στη χρηματιστηριακή αξία της κατά σχεδόν 200 δισ. δολάρια.

Το Facebook, που είναι η μεγαλύτερη εφαρμογή της Meta, κατέγραψε την πρώτη πτώση του σε καθημερινούς ενεργούς χρήστες από το λανσάρισμα της διαδικτυακής εφαρμογής και την ίδρυση της εταιρείας το 2004. Οι παγκόσμιοι καθημερινοί χρήστες μειώθηκαν το τέταρτο τρίμηνο του 2021 από 1,93 δισεκατομμύρια, σε 1,929 δισεκατομμύρια. Η πτώση αυτή προήλθε από τη μείωση των χρηστών κυρίως στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, κάτι που είναι ανησυχητικό για τη Meta επειδή πρέπει να αναπτυχθεί εκτός της κύριας αγοράς των ΗΠΑ, όπου και εκεί καταγράφηκε μείωση χρηστών, αν και όχι για πρώτη φορά.

Πέρυσι, ένα πρώην στέλεχος του FB, η Φράνσις Χάουγκεν, διέρρευσε εσωτερικά έγγραφα που περιελάμβαναν παρουσιάσεις με προειδοποιήσεις ότι το Facebook χάνει νέους χρήστες. Ένα από αυτά τα έγγραφα αποκάλυπτε ότι η διείσδυση του FB στην ηλικιακή ομάδα των εφήβων μειώνεται στις περισσότερες δυτικές χώρες, αλλά και σε αρκετές μη δυτικές.

Σημειώνεται ότι το 97% των εσόδων της Meta προέρχεται από διαφημίσεις αξιοποιώντας τα δεδομένα από τα προφίλ των χρηστών προς χάριν των αναγκών των διαφημιζόμενων. Έτσι, αν ένας διαφημιστής αναζητεί ένα καταναλωτικό κοινό σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία, μέρος ή χώρα του πλανήτη με συγκεκριμένα δημογραφικά στοιχεία και ενδιαφέροντα, τότε η Meta μπορεί να κατευθύνει αυτές τις διαφημίσεις στις κατάλληλες ομάδες χρηστών χάρη στα δεδομένα που έχει συγκεντρώσει γι’ αυτές.

Ομως οι συνθήκες και οι τάσεις στο ψηφιακό οικοσύστημα έχουν αλλάξει άρδην το τελευταίο διάστημα αντανακλώντας τις ευρύτερες ανησυχίες για το κατά πόσο η ιδιωτικότητα προστατεύεται αποτελεσματικά στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Η Meta, που κατέχει επίσης τις εφαρμογές του Instagram και του WhatsApp, θεωρεί ότι οι πρόσφατες αλλαγές στο λογισμικό iOS της Apple για τις φορητές συσκευές έχουν πλήξει την επιχείρηση. Η Apple απαιτεί τώρα από τους χρήστες των συσκευών της να δίνουν άδεια σε εταιρείες όπως η Meta να συλλέγουν τα δεδομένα των περιηγήσεών τους στο Διαδίκτυο προκειμένου να χρησιμοποιούνται για διαφημιστική στόχευση.

Η εταιρεία διατείνεται ότι αυτές οι αλλαγές έχουν κάνει τη διαφημιστική στόχευση του FB λιγότερο αποτελεσματική, καθώς ένας αριθμός χρηστών επιλέγει το “όχι, ευχαριστώ” στη σχετική επιλογή.

Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά τον “πανικό” στη Γουόλ Στριτ, η Meta παραμένει μια πολύ πλούσια και κερδοφόρα επιχείρηση. Τα συνολικά έσοδά της αυξήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο του 2021 στα 33,7 δισ. δολάρια, από 28,1 δισ. πέρυσι την ίδια περίοδο. Τα καθαρά κέρδη της στο ίδιο διάστημα, αν και μειωμένα κατά σχεδόν 1 δισ. σε σχέση με πέρυσι, έφτασαν τα 10,3 δισ. δολάρια.