Κυριολεκτικά με «κομμένη την ανάσα» παρακολουθεί η Αθήνα τις εξελίξεις γύρω από την επαναλειτουργία ή μη του αγωγού Nord Stream 1, από την οποία εξαρτάται άμεσα η ενεργειακή επάρκεια ή μη της Ε.Ε. Κοινός τόπος στο κυβερνητικό επιτελείο είναι ότι η ενεργειακή κρίση ανατρέπει σχεδιασμούς και στόχους και η αβεβαιότητα στην ευρωπαϊκή ενεργειακή σκηνή τινάζει στον αέρα όλους τους σχεδιασμούς.

Στη χθεσινή σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, η αγωνία για την πιθανότητα πλήρους διακοπής του ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω του Nord Stream 1 ήταν παραπάνω από εμφανής.

Το σενάριο αυτό, το οποίο στην αντίστροφη μέτρηση για την 21η Ιουλίου αρχίζει και ενισχύεται σημαντικά, έχει ιδιαίτερη σημασία τη δεδομένη χρονική συγκυρία, καθώς, πέραν όλων των άλλων, τέσσερις μέρες αργότερα, στις 25 του μηνός, εκπνέει και η προθεσμία που έχει δοθεί στις εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να ανακοινώσουν τα νέα τιμολόγια πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας παραλαμβάνει αέριο από το Turkish Stream, το κλείσιμο της στρόφιγγας του αγωγού Nord Stream 1, εκτιμάται ότι θα επιφέρει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ενεργειακή επάρκεια της ΕΕ και μεγάλο αντίκτυπο τόσο στην αναζήτηση LNG όσο και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και στη χώρα μας.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να καθησυχάσει την ελληνική κοινή γνώμη, διαβεβαιώνοντας για την ύπαρξη εναλλακτικών πηγών για την ασφαλή τροφοδοσία της χώρας. Ωστόσο, κάθε μέρα που περνάει, ο φόβος για τη δυνατότητα εξεύρεσης φορτίων υγροποιημένου αερίου LNG σε περίπτωση που ο Πούτιν κλείσει τις στρόφιγγες, μεγαλώνει.

Σύσκεψη για τεντωμένα νεύρα

Στη χθεσινή σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου επιβεβαιώθηκε η επιστροφή στον λιγνίτη, που υποτίθεται ότι από το 2023, θα αποτελούσε παρελθόν. Και αυτό, γιατί η εναλλακτική του LNG προϋποθέτει να υπάρχει η αναγκαία προσφορά στην εξαιρετικά αυξημένη ζήτηση που εικάζεται βασίμως ότι θα υπάρξει και ταυτοχρόνως οι τιμές να είναι σε επίπεδα αντιμετωπίσιμα από τη χώρα μας. Πρόκειται, ωστόσο, για μία «βίαιη» όπως τη χαρακτηρίζουν κυβερνητικά στελέχη, επιστροφή, η οποία είναι αμφίβολο αν μπορεί να αποδώσει «αυτόματα», καθώς παραμένει ζητούμενο αν υπάρχει το απαιτούμενο προσωπικό στα ορυχεία μετά τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου για να λειτουργήσουν οι μονάδες. Πάντως, το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει την λειτουργία από το φθινόπωρο και της νέας λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαϊδα 5.

Κοινή εκτίμηση στο κυβερνητικό επιτελείο είναι ότι εφόσον ο Πούτιν «πατήσει το κουμπί» (που κατά τις εκτιμήσεις πιθανότατα θα το πράξει ), το πλήγμα για τη χώρα μας θα είναι πολύ σημαντικό, κυρίως οικονομικά, αφού ακόμα και τα τιμολόγια που θα ανακοινώσουν οι πάροχοι τον Αύγουστο – και άρα η νέα στήριξη που θα δώσει η κυβέρνηση – είναι άμεσα εξαρτημένα από τις εξελίξεις στον Nord Stream 1.

Το κατεξοχήν ζητούμενο είναι η διασφάλιση σταθερής επάρκειας σε λιγνίτη και νερό για την παραγωγή ρεύματος. «Δίνουμε πραγματικό αγώνα για να ανανεώνουμε τις συμφωνίες με τις προμηθεύτριες εταιρείες ανά 40 μέρες», σημειώνουν κυβερνητικά στελέχη, επιβεβαιώνοντας εμμέσως ότι ο σχεδιασμός τους έχει ορίζοντα περίπου πέντε εβδομάδων.

Οι ελπίδες στην… Κομισιόν

Χθες, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου είπε ότι οι πέντε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο έχουν ετοιμότητα έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα χρησιμοποίησης diesel.

Όλα αυτά, ωστόσο, είναι αμφίβολο αν μπορούν να διασφαλίσουν την ενεργειακή επάρκεια της χώρας για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Γι αυτό και η κυβέρνηση ποντάρει στο σχέδιο της Κομισιόν, το οποίο θα ανακοινωθεί στις 20 Ιουλίου. Παρ ότι η Αθήνα δεν τρέφει μεγάλες προσδοκίες, ευελπιστεί ότι μέχρι την τελευταία στιγμή, η Ε.Ε. θα συνειδητοποιήσει ότι το βασικό ζητούμενο της συγκυρίας είναι η απρόσκοπτη ροή με υγροποιημένο αέριο, μέσω κεντρικού συντονισμού, με κοινές προμήθειες κα.

Προς το παρόν, η κυβέρνηση «ξορκίζει» την πιθανότητα να μπει και στον εγχώριο δημόσιο διάλογο η συζήτηση για δελτίο στην ενέργεια. Ουδείς, ωστόσο, μπορεί πλέον να διαβεβαιώσει για το αντίθετο.