Το κυρίαρχο θέμα που συζητούν τώρα κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, πίσω από κλειστές πόρτες, αφορούν τον περιορισμό των lockdown και την σταδιακή -σε κάθε περίπτωση- έξοδο των πολιτών, από την υποχρεωτική παραμονή στο σπίτι. Διότι μπορεί μεν τα lockdown να «λειτουργούν» καλά ως προς τη μείωση της μεταδοτικότητας του κορονοϊού, όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία, έχουν, όμως, καταστρεπτικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, που καμία σύγχρονη οικονομία δεν μπορεί να αντέξει επ’ αόριστον.

Ωστόσο τα εμπόδια για μια συγκροτημένη έξοδο, φαίνεται να είναι προς το παρόν μεγάλα, όσο κι αν χώρες όπως η Αυστρία και η Δανία έχουν κάνει ήδη ανακοινώσεις για σταδιακό περιορισμό τους μετά το Καθολικό Πάσχα.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, άλλωστε έσπευσε να προειδοποιήσει ότι η αλλαγή από το καθεστώτα τύπου «Μένουμε Σπίτι», μάλλον είναι πρώιμη σε αυτή τη φάση και ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνει με εξαιρετική προσοχή, για να μην υπάρξει αναζωπύρωση.

Για να γίνει περισσότερο «τεχνικά» αντιληπτό, σύμφωνα με στοιχεία από τη Βρετανία, η μεταδοτικότητα (δεικτης R) του κορονοίου πριν τα μέτρα κοινωνικής απομόνωσης ήταν περίπου 2,5 με 3 (ένα άτομο μολύνει 2.5 με 3 άλλα άτομα, κατά μέσο όρο), όταν για να εξαπλώνεται μια επιδημία, ο δείκτης αυτός πρέπει να είναι πάνω από 1. Μετά τη λήψη των μέτρων απομόνωσης, ο δείκτης R υπολογίζεται ότι έπεσε στο 0,6, κάτι που σημαίνει ότι η επιδημία, αντί να εξαπλώνεται, περιορίζεται. Αν όμως τα μέτρα εκλείψουν χωρίς νέα άλλου τύπου μέτρα, ο κίνδυνος αναζωπύρωσης είναι μεγάλος.

Προϋπόθεση η μαζική διενέργεια τεστ στον πληθυσμό

Ένα θέμα στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν όλοι οι ειδικοί είναι ότι για να ξεκινήσει η διαδικασία της εξόδου θα πρέπει η κάθε εμπλεκόμενη χώρα να έχει αυξήσει κυριολεκτικά δραματικά τις δυνατότητες της, σε ότι αφορά την διενέργεια διαγνώσεων (μέσω των γνωστών πλέον τεστ), αλλά και γρήγορης ιχνηλάτησης των επαφών στα νέα κρούσματα που ενδεχομένως θα προκύψουν.

Το πρόβλημα είναι ότι καμία χώρα στην Ευρώπη, όπως επίσης και στην Αμερική, δεν φαίνεται προς το παρόν να διαθέτει τον αριθμό των τεστ και την υποδομή για την διενέργεια τους σε τόσο μαζική κλίμακα. Ακόμη και η Γερμανία στην οποία γίνονται σύμφωνα με τους Financial Times, πάνω από 50.000 τεστ την ημέρα, δεδομένου του πληθυσμού των 82 εκατομμυρίων, δεν είναι σε θέση να κάνει τεστ (που κατά ορισμένους επιστήμονες θα έπρεπε να γίνονται πιθανώς επαναληπτικά, π.χ. μια φορά την εβδομάδα) στη μαζική κλίμακα που απαιτείται για να ελέγχονται όσοι έχουν ελαφρά συμπτώματα, ή ακόμη και δειγματοληπτικά οι ασυμπτωματικοί.

Η Μ. Βρετανία δήλωσε ότι έχει στόχο τη διενέργεια πάνω από 100.000 τεστ ημερησίως, πλην όμως απέχει ακόμη παρά πολύ από το να αποκτήσει αυτή τη δυνατότητα.

Στην Ελλάδα, παρότι ο αριθμός των τεστ που γίνονται έχει αυξηθεί το τελευταίο διάστημα, (με αποτέλεσμα να έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 37.000 τεστ συνολικά), δεν υπάρχει προς το παρόν καμία ενημέρωση για τις δυνατότητες διενέργειας των μαζικών τεστ που θα απαιτηθούν στη φάση της σταδιακής έστω εξόδου, ούτε αναφορικά με τη διαθεσιμότητα επαρκών αποθεμάτων, ή σχετικών παραγγελιών, ούτε σε ότι αφορά τις απαιτούμενες υποδομές στο σύστημα υγείας.

Ένα άλλο θέμα αφορά τη μαζική διενέργεια τεστ αντισωμάτων, προκειμένου να διαπιστώνεται ποιοι έχουν περάσει τον ιό κι έχουν ανοσία, κάτι που θα σήμαινε ότι μπορούν να κινηθούν ελεύθερα. Το καλό με αυτά τα τεστ είναι ότι μπορούν ευκολότερα να γίνουν σε μεγάλη κλίμακα.

Τα “διαβατήρια” αντισωμάτων και τα Apps

Ορισμένοι μάλιστα στο εξωτερικό σκέφτονται ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν και «διαβατήρια αντισωμάτων» που θα έδειχναν ποιος έχει πλέον ανοσία και άρα μπορεί να κινείται και να δουλεύει ελεύθερα. (σκέψη που δεν φαίνεται να εξετάζει προς το παρόν η ελληνική κυβέρνηση κρίνοντας από δηλώσεις του ΓΓ Πολιτικής προστασίας κ. Χαρδαλιά.

Εδώ όμως, το πρόβλημα είναι διττό. Πρώτον διότι προς το παρόν δεν υπάρχουν αξιόπιστα τεστ αντισωμάτων, όπως είπε πρόσφατα και ο καθηγητής Τσιόδρας. Και δεύτερον διότι οι πληροφορίες για την ανθρώπινη ανοσία από το ιό, είναι έως στιγμής αντικρουόμενες, τόσο σε ότι αφορά τη διάρκεια αυτής της ανοσίας, όσο και στο εάν όλοι όσοι προσβλήθηκαν έχουν την ίδια ανοσία. Κι αυτό καθώς έρευνα που έγινε στην Κίνα, φαίνεται να δείχνει ότι πολλά άτομα που κόλλησαν τον ιο αλλά δεν παρουσίασαν βαριά συμπτώματα, έχουν ελάχιστα ή και καθόλου αντισώματα.

Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά την ταχύτατη ιχνηλάτηση όσων έρθουν σε επαφή με κάποιο κρούσμα. Στην Κίνα δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό εφαρμογές κινητών οι οποίες στην πράξη κατέστησαν από το κράτος «υποχρεωτικής χρήσης». Ωστόσο στις δημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης και της Ευρώπης, η χρήση τέτοιου είδους εφαρμογών, που δείχνουν τις διαδρομές που έκανε ένα άτομο και τα πρόσωπα με τα οποία ήρθε σε επαφή, εντοπίζοντας μάλιστα όσους αποτελούν «κρούσμα», φαίνεται να σκοντάφτουν, όχι μόνο σε αντιλήψεις και συμπεριφορές, αλλά και σε πολύ βασικά θέματα προσωπικών δεδομένων, τα οποία ειδικά στην Ευρώπη (και στην Ελλάδα) προστατεύονται με μεγάλη αυστηρότητα.

Επίσης μεγάλο ρόλο στη διαδικασία της εξόδου παίζει και η ανεύρεση φαρμακευτικών αγωγών, που να έχουν μεγάλη αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της νόσου COVID-19. Για την ώρα όμως, «μαγική αγωγή» που να έχει πολύ υψηλό ποσοστό αποτελεσματικότητας, δεν έχει ανευρεθεί.

Ο ιός είναι νέου τύπου, με αποτέλεσμα η επιστημονική κοινότητα να βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία της «μάθησης» των χαρακτηριστικών του, με τα ερευνητικά στοιχεία να είναι δύσκολο σε πολλές περιπτώσεις να διασταυρωθούν, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις είναι και αντικρουόμενα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα έρευνα που έγινε στην Κίνα και μεταξύ άλλων δείχνει ότι ο ιός μπορεί να «ταξιδέψει» μέχρι 4 μέτρα στον αέρα, χωρίς όμως να διευκρινίζεται, εάν σε αυτή την απόσταση ο ιός έχει την απαιτούμενη πυκνότητα και «ισχύ» για να μεταδοθεί κάποιον άλλο.

Oι διαφορετικές και αδοκίμαστες «στρατηγικές εξόδου»

Εξ αιτίας όλων των παραπάνω, προκύπτει και η αίσθηση, αν όχι η βεβαιότητα, ότι δεν υπάρχει σήμερα μια ξεκάθαρη στρατηγική για την έξοδο από τα lockdown, κάτι που ενισχύεται κι από το γεγονός ότι διαφορετικές χώρες, όχι μόνο ενήργησαν διαφορετικά σε ότι αφορά την απομόνωση του πληθυσμού, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Σουηδία, αλλά έχουν και διαφορετική στρατηγική «εξόδου».

Ορισμένες χώρες, φαίνεται να δίνουν προτεραιότητα στο άνοιγμα των σχολείων (με δεδομένο ότι η επικινδυνότητα στους πολύ νέους, εμφανίζεται πολύ χαμηλή), έστω και με εναλλακτικά ωράρια, (πρωί-απόγευμα), ενώ άλλες όχι, (διότι τα νεαρά άτομα είναι συχνά ισχυροί, αλλά ασυμπτωματικοί φορείς και τα σχολεία αποτελούν μεγάλη εστία μετάδοσης της γρίπης) κάποιες φαίνεται να επανεξετάζουν την επαναλειτουργία των δραστηριοτήτων εστίασης και ψυχαγωγίας, με ειδικούς όρους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εξετάζονται και γεωγραφικοί διαχωρισμοί, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο έφτασε η πανδημία μέσα στις διαφορετικές κοινότητες.

Το βέβαιο είναι ότι κάποιες χώρες θα κάνουν την αρχή σε αυτό το «πείραμα», ανάλογα και με τις δυνατότητες που έχουν σε ότι αφορά τη διενέργεια μαζικών τεστ, την εκτιμώμενη αυτοπειθαρχία των πολιτών τους, σε ότι αφορά την τήρηση αποστάσεων και μέτρων ατομικής προστασίας αλλά και την αξιολόγηση των εν δυνάμει οικονομικών επιπτώσεων.

Οι περισσότεροι πάντως ειδικοί συμφωνούν ότι τυχόν αποτυχία στη φάση της εξόδου (και αναζωπύρωση της επιδημίας) θα έχει πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα για την κοινή γνώμη και το «ηθικό» της, αλλά και για την οικονομία. Γι’ αυτό και η λήψη της απόφασης για έξοδο, εκτιμάται ότι θα είναι πολύ πιο δύσκολη- και επικίνδυνη πολιτικά- απ’ ότι ήταν η απόφαση για το lockdown.

Η επιτυχία της Ελλάδας, μέσω της έγκαιρης εφαρμογής μέτρων περιορισμού της μετάδοσης, περιόρισε δραστικά τις ανθρώπινες απώλειες, αλλά και το «στρεσάρισμα» του εύθραυστου συστήματος υγείας. Εν τούτοις, η αναφορά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην ανάγκη συστηματικής ενίσχυσης των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας, αλλά και στο πιθανό ενδεχόμενο επιστροφής της πανδημίας από το Φθινόπωρο, δεν είναι τυχαίες.

Κερδίζουμε τη μάχη, αλλά ο πόλεμος δεν τέλειωσε

Μπορεί να κερδίζουμε την πρώτη μάχη ενάντια στον κορωνοιό, αλλά ο πόλεμος δεν φαίνεται να λήγει σύντομα. Και οι δυνατότητες της χώρας μας, ασφαλώς δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές των μεγάλων χωρών της Δύσης, ιδίως σε μια περίοδο ανοικτού διεθνούς ανταγωνισμού για την απόκτηση σχετικών υλικών και τεχνολογίας, όπου επικρατεί το «κάθε κράτος για τους πολίτες του»

Από την άλλη πλευρά, το μέγεθος της οικονομικής ζημίας, από το «Μένουμε Σπίτι» μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, κι’ αυτό αναπόφευκτα έχει τις επιπτώσεις του όχι απλώς στο επίπεδο ζωής και τους οικονομικούς δείκτες ή στην ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα επιχειρήσεων, αλλά και στον καθαρό βιοπορισμό ανθρώπων, οι οποίοι στηρίζονται στο «μεροκάματο», ακόμη και για το φαγητό τους. Μεσοπρόθεσμα δε μπορεί να οδηγήσει και σε σημαντική έμμεση απώλεια ζωών, όπως συμβαίνει συχνά σε περιόδους σφοδρής οικονομικής κρίσης.

Η ώρα των αποφάσεων κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αναβληθεί για πολύ. Αυτές όμως θα πρέπει να ληφθούν με προσεκτικό σχεδιασμό και μεγάλη σύνεση, μάλλον αφού έχουμε πρώτα την ευκαιρία να μελετήσουμε την εμπειρία άλλων χωρών που δείχνουν τώρα πρόθυμες να κάνουν το επόμενο βήμα.

Πηγή: euro2day.gr