Tων Γιώργου Παπανικολάου και Δημήτρη Καραγιώργου

«Πέσαμε έξω» είπε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, πρόσφατα στη Βουλή, μιλώντας για το τραγικό δεύτερο κύμα της πανδημίας. «Έπρεπε να είχαμε παρέμβει μία εβδομάδα νωρίτερα», επανέλαβε στη συνέχεια, ωστόσο κανείς μέχρι στιγμής δεν μας έχει πει το «γιατί».

Ταυτόχρονα, στη διάρκεια της «αποστειρωμένης» ενημέρωσης που έχουμε τρεις φορές την εβδομάδα από τις αρμόδιες αρχές και την επιτροπή επιστημόνων, δίνεται η εντύπωση ότι τίποτε δεν έχει γίνει λάθος, ότι πρόκειται σχεδόν για «θεία δίκη» κι ότι αν φταίει κάποιος, αυτός μάλλον είναι ο κόσμος που δεν συμμορφώθηκε.

Σε μια πανδημία, σίγουρα υπάρχει και ατομική ευθύνη. Ουδείς το αρνείται, υπάρχουν ευθύνες και στη συμπεριφορά πολλών από εμάς. Ωστόσο, εκείνοι που πανηγυρίσαμε (και ήμασταν σχεδόν όλοι) για την εξαιρετική συμπεριφορά της χώρας στο πρώτο κύμα, δεν γίνεται τώρα να καλυφθούμε πίσω από το ότι «κοκκίνισε» στο δεύτερο κύμα το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, ούτε να ρίξουμε την ευθύνη στους «απρόσεκτους νέους» και τους… παρτάκηδες.

Η αντιπολίτευση, παρά τη σκληρότατη κριτική της, σημειώνει ότι «δεν είναι τώρα η ώρα να αποδοθούν ευθύνες». Θα συμφωνήσουμε. Τώρα όμως είναι η ώρα να τεκμηριωθούν τα λάθη και οι παραλείψεις, να ληφθούν άμεσα μέτρα, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το τρίτο κύμα, που βλέπουν πολλοί επιστήμονες να έρχεται μετά το νέο έτος. Τώρα είναι η ώρα να βελτιώσουμε τις δομές μας, μήπως και αποφύγουμε όχι μόνο νέες εκατόμβες θυμάτων, αλλά και το οικονομικό και κοινωνικό κόστος, που θα επιφέρουν τυχόν επόμενα παρατεταμένα lockdown.

Κι όσο κι αν σεβόμαστε τον κόπο και την αυτοθυσία των ανθρώπων του ΕΟΔΥ και της Πολιτικής Προστασίας, όσο κι αν εκτιμούμε την επιστημονική επάρκεια των μελών της επιτροπής επιστημόνων και των λοιπών αρμόδιων αρχών απέναντι στη λαίλαπα, οι αριθμοί δείχνουν ότι κάποια πράγματα πήγαν πολύ στραβά, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, κι ότι αν δεν καλύψουμε τα κενά, είναι πιθανό να έχουμε και επανάληψη.

Η αλυσίδα της πρόληψης που φαίνεται να έσπασε

Ασφαλώς η κρίσιμη αλυσίδα της πρόληψης ξεκινά από το περίφημο «Find, Test, Trace, Isolate», τo τετράπτυχο δηλαδή της εύρεσης, διάγνωσης, ιχνηλάτησης και απομόνωσης κρουσμάτων και επαφών, που σχετίζεται άμεσα με τον ΕΟΔΥ και την Πολιτική Προστασία, αφορά όμως και την επιτροπή επιστημόνων αλλά και την κυβέρνηση, που εντέλει στελεχώνει και πληρώνει τις διάφορες δομές.

Το ότι στην Ελλάδα γίνονται λιγότερα τεστ απ’ ό,τι στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης κι από όσα χρειάζονται, έχει διαπιστωθεί από επιστήμονες, έχει τεκμηριωθεί με στοιχεία, τονίζεται από σύσσωμη την αντιπολίτευση, αλλά προκύπτει αβίαστα και από το γεγονός ότι η κυβέρνηση -έστω και κατόπιν εορτής-ανακάλυψε το πρόβλημα και επέβαλε (πιθανώς με λανθασμένη μέθοδο) διατίμηση στις τιμές των τεστ, στον ιδιωτικό τομέα.

Εμείς θα προσθέσουμε απλώς ότι ακόμη και μέσα στο Νοέμβριο, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τους θανάτους, αλλά στην 34η σε ό,τι αφορά τη διενέργεια τεστ ανά εκατομμύριο πληθυσμού, σύμφωνα με τα στοιχεία της Worldometers, που επεξεργάζεται η Media2day (σ.σ. το ECDC δεν κρατά στοιχεία για τα τεστ) κι ότι όλως περιέργως, τις τελευταίες ημέρες παρατηρήθηκε μείωση αντί για αύξηση στη διενέργεια διαγνωστικών τεστ PCR! Κι όλα αυτά ενώ τα ποσοστά θετικότητας κατά μέσο όρο εξακολουθούν να κινούνται στην περιοχή του 10%, πολύ παραπάνω από τα διεθνώς ενδεδειγμένα όρια, που βρίσκονται στο 3-4%.

Ο κ. Χαρδαλιάς και το μείζον θέμα της «ιχνηλάτησης»

Aκόμη μεγαλύτερα όμως είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν σε ό,τι αφορά το «trace and isolate», δηλαδή την ιχνηλάτηση και την απομόνωση των κρουσμάτων. Oι περισσότεροι θα θυμούνται ίσως από το πρώτο κύμα, τον επικεφαλής της Πολιτικής Προστασίας Νίκο Χαρδαλιά να μιλά στη διάρκεια των ενημερώσεων για το γεγονός ότι τα κρούσματα παρακολουθούνται και ελέγχονται «ανελλιπώς» για την παραμονή τους σε καραντίνα, κάτι που από ένα σημείο και μετά σταμάτησε να αναφέρεται. Όπως από ένα σημείο και μετά σταμάτησαν οι λεπτομερείς αναφορές «ιχνηλάτησης» και φούντωσαν τα λεγόμενα «ορφανά» κρούσματα.

Μαρτυρίες από ανθρώπους που διαγνώστηκαν με κορωνοϊό επιβεβαιώνουν ότι, αν μη τι άλλο, το «σύστημα» δεν λειτουργεί ομοιόμορφα και αποτελεσματικά. Ενώ κάποιοι δηλώνουν ότι ρωτήθηκαν για τις «στενές επαφές» τους κι ότι ελέγχθηκαν για το αν βρίσκονται σε απομόνωση, πολλοί άλλοι -κάποιοι δημοσίως και ενυπόγραφα- λένε ότι είτε δεν ρωτήθηκαν καθόλου για τις επαφές τους είτε δεν ελέγχθηκαν για το αν τηρούν την καραντίνα (έστω και τηλεφωνικά), ενώ από πολλούς σημειώνεται ότι ΔΕΝ ζητήθηκε από τις επαφές τους να προχωρήσουν σε διαγνωστικό τεστ.

Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι ότι ακόμη και σήμερα, στο ίδιο site του ΕΟΔΥ, πολύ απλά ΔΕΝ υπάρχει οδηγία στις στενές επαφές κρουσμάτων να κάνουν διαγνωστικό τεστ. Παρά μόνον εάν εμφανίσουν συμπτώματα κι αφού συμβουλευτούν τον ιατρό τους ή τον οργανισμό! Κι αυτό ενώ είναι γνωστό ότι μεγάλο μέρος της «ζημίας» γίνεται από ασυμπτωματικούς φορείς, αλλά και ότι η «καραντίνα» δύσκολα ελέγχεται!

Ουδείς αμφιβάλλει ότι η ιχνηλάτηση είναι μια δύσκολη δουλειά, που φέρνει σε δύσκολη θέση τόσο τους ιχνηλάτες όσο και τα διαγνωσμένα κρούσματα, καθώς εμπεριέχει τη δήλωση προσωπικών στοιχείων, συχνά ιδιαίτερης φύσης, ή ότι οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται, όταν πληθαίνουν τα κρούσματα με καταιγιστικούς ρυθμούς. Δεν αμφιβάλλουμε επίσης ότι το προσωπικό του ΕΟΔΥ, όπως όλο το προσωπικό του ευρύτερου χώρου της Υγείας και της προστασίας, δίνει σκληρή μάχη να αντεπεξέλθει.

Εντούτοις, η αντίδραση του κ. Χαρδαλιά όταν ρωτήθηκε τηλεοπτικά από δημοσιογράφο για το δυναμικό ιχνηλατών της Πολιτικής Προστασίας, πως δηλαδή συγκρίνεται με την αναλογία 15-30 ιχνηλάτες ανά 100.000 πληθυσμού (δηλαδή 1.500-3.000 στην περίπτωση μας) που έχει θέσει αμερικανική μελέτη, αν μη τι άλλο ξαφνιάζει.

Διότι έχοντας 190 ιχνηλάτες στο δυναμικό του ο κ. Χαρδαλιάς, είπε περίπου ότι δεν θα ήξερε τι να τους κάνει τόσους ιχνηλάτες, την ώρα που είχαμε 2-3.000 κρούσματα ανά ημέρα!

Προς την αντίθετη με τη δήλωσή του κατεύθυνση, «δείχνει» ωστόσο και μελέτη-σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού ECDC, που κυκλοφόρησε ήδη από τις αρχές Μαΐου, για το πώς πρέπει να στήνονται και να μεγαλώνουν οι μηχανισμοί ιχνηλασίας, με παράθεση συγκεκριμένων «case studies».

Τα οποία μιλούν για αναλογία 156 έως 300 «ιχνηλατών», με τη σύσταση να υιοθετηθούν τα υψηλότερα νούμερα, προκειμένου να ιχνηλατηθεί σωστά ένας αριθμός 1.000 κρουσμάτων την ημέρα, ενώ για επίπεδο μόλις 250 κρουσμάτων συνιστάται με εξίσου λεπτομερή τρόπο ότι υπάρχει απαίτηση για 80 έως 180 ιχνηλάτες, πάντα με έμφαση στον υψηλότερο αριθμό.

Εάν αυτά ισχύουν έστω και ως «αδροί υπολογισμοί», τότε προκύπτει ότι το υπάρχον προσωπικό του κ. Χαρδαλιά εξαντλείται σε ένα επίπεδο 250-300 κρουσμάτων ημερησίως ή, στην καλύτερη περίπτωση, (με τη χαμηλή αναλογία που ΔΕΝ προτείνει η μελέτη του ECDC), κάπου στα 1.000 ημερήσια κρούσματα!

Δεν πρέπει να περάσει πάντως απαρατήρητο ότι ο ίδιος ο κ. Χαρδαλιάς δήλωσε επίσης, την ίδια μέρα, ότι θα προσληφθούν άλλα 200 άτομα στην ιχνηλάτηση. Κατόπιν εορτής και πάλι, σε σχέση με το δεύτερο κύμα, ενδεχομένως όμως θα πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω αυτό το δυναμικό, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες, σε συνδυασμό με την αύξηση των διαγνωστικών τεστ, ενόψει του υπόλοιπου χειμώνα.

Η επέλαση του ιού μακριά από τα κύρια αστικά κέντρα

Τα ερωτήματα για τη δυνατότητα ιχνηλάτησης εκ μέρους της Πολιτικής Προστασίας είναι εξαιρετικά κρίσιμα κι αυτό αποδεικνύεται και από την ένταση της πανδημίας σε περιοχές εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.

Μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να συγκεντρώνονται στη Θεσσαλονίκη, αλλά υπάρχουν άλλοι νομοί της Β. Ελλάδας που καταγράφουν πραγματικά ρεκόρ σε νεκρούς. Όπως η Πιερία με 60 νεκρούς και η Δράμα με έως και 75, με αριθμούς δηλαδή, που με αναγωγή στον πληθυσμό θα ισοδυναμούσαν πανελλαδικά με επίπεδα 5-8.000 νεκρών (έως και τριπλάσιους από εκείνους που πραγματικά έχουμε στη χώρα), δείχνουν τοπικά μια έκταση της επιδημίας που προφανώς ξέφυγε από κάθε έλεγχο.

Ποιοι, πώς και πότε ιχνηλατούσαν αυτές τις περιοχές; Σε ποιο βαθμό ελέγχθηκαν και ιχνηλατίστηκαν αποτελεσματικά, έστω ως κρούσματα, οι αλλοδαποί εργάτες γης που φέρονται να έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μετάδοση της νόσου, έως ότου -άλλο ένα κατόπιν εορτής- αποφάσισε η κυβέρνηση να κλείσει συνοριακά σημεία και να επιβάλει τον έλεγχο με rapid test όσων περνούν από τα εναπομείναντα;

Σημειώνουμε εδώ ότι σε άλλες χώρες της Ευρώπης καταβάλλονται μεγάλες προσπάθειες, με τη χρήση τοπικών μηχανισμών σε όλο το εύρος των κρατών, προκειμένου να ιχνηλατηθούν επαφές, αλλά και να απομονωθούν κρούσματα, ακόμη και με τη μαζική χρήση εθελοντών, που προηγουμένως εκπαιδεύονται.

Η επιτροπή, οι αρχές και το έλλειμμα ενημέρωσης

Δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών έκαναν λόγο για ελλιπή ενημέρωση της επιτροπής ειδικών από τον ΕΟΔΥ αλλά και για «διπλά αρχεία», προκαλώντας μεταξύ άλλων και εισαγγελική έρευνα. Όπως αρχίζει να αναδύεται, ο μίτος της Αριάδνης βρίσκεται στην ύπαρξη δύο συστημάτων, ένα εκ των οποίων αφορά τον ΗΔΙΚΑ και συνιστά το Μητρώο Ασθενών Covid-19 κι ένα ακόμη, που ανέπτυξε ο ΕΟΔΥ (παρότι το προηγούμενο σύστημα τον αφορούσε επίσης), για τις δικές του ανάγκες.

Πέρα από την εισαγγελική έρευνα, αυτό που ενδιαφέρει «εδώ και τώρα» είναι πόσο συχνά και σε ποιο βάθος υπάρχει έγκαιρη, ακριβής συγκέντρωση στοιχείων και ενημέρωση της επιτροπής και των αρχών, για τα κρίσιμα επιδημιολογικά δεδομένα.

Η αίσθηση που υπάρχει, είναι ότι αυτό συμβαίνει διεξοδικά άπαξ της εβδομάδος (κάτι που θα δικαιολογούσε και την καθυστέρηση της αντίδρασης στη Θεσ/νίκη κατά τουλάχιστον μία εβδομάδα) κι ότι δεν υπάρχει (παρά το γεγονός ότι η επιδημία αποδεδειγμένα αναπτύσσεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς) εις βάθος ενημέρωση σε καθημερινή βάση.

Πέραν αυτού, έκπληξη δημιουργεί το γεγονός ότι ο δείκτης Rt ήταν στη Θεσσαλονίκη στο δυσθεώρητο 2,8 (κατά μέσο όρο ένα κρούσμα μολύνει 2,8 άτομα ακόμη, ισχυρότατη ένδειξη καλπάζουσας εξάπλωσης) στις 20 Οκτωβρίου, ενώ η πόλη μπήκε σε καθολικό lockdown… 14 ημέρες αργότερα, όπως προκύπτει από διάγραμμα που έχει ήδη δημοσιεύσει το iatronet.gr

Ακόμη πιο ανησυχητικό, το ότι μέλη της επιτροπής δηλώνουν -ανωνύμως προς το παρόν- ότι δεν λαμβάνουν εγκαίρως, ή και καθόλου, επαρκή επιδημιολογικά και στατιστικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και στοιχεία για το Rt.

Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι υπάρχουν και «στεγανά» ως προς την αξιοποίηση στοιχείων και μοντέλων που προκύπτουν εκτός της Επιτροπής. Ότι δεν υπάρχει δηλαδή επαρκής εκμετάλλευση της διεπιστημονικής γνώσης, όταν κάθε «μυαλό» και εργαλείο είναι απαραίτητο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το προβλεπτικό μαθηματικό μοντέλο του καθηγητή Δημοσθένη Σαρρηγιάννη, από το ΑΠΘ, που προέβλεψε επιτυχώς τι θα συμβεί τον Νοέμβριο, εφόσον δεν λαμβάνονταν μέτρα, πλην όμως δεν εισακούστηκε. Ενδεικτική μιας ευρύτερης κατάστασης, αλλά και της αφέλειας, μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, η απάντηση μέλους της επιτροπής όταν ρωτήθηκε σχετικά από δημοσιογράφο, ότι «αυτό είναι μαθηματικό μοντέλο, εμείς στην επιτροπή έχουμε τα δικά μας μοντέλα»!

Η ενημέρωση του κοινού και η αλαζονεία των αρμοδίων

Εφόσον τα παραπάνω ισχύουν, δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η ενημέρωση των πολιτών, είτε άμεσα είτε μέσω των δημοσιογράφων, είναι εξαιρετικά περιορισμένη σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Κι αυτό όσες φορές έχει επισημανθεί από δημοσιογράφους, ως ερώτημα και ως αίτημα, είτε έχει μείνει αναπάντητο είτε έχει απαντηθεί με αλαζονικούς αφορισμούς του τύπου «δίνουμε πληρέστατα στοιχεία, σε σχέση με άλλους», τόσο από τον κ. Χαρδαλιά όσο και από τον επικεφαλής του ΕΟΔΥ Παναγιώτη Αρκουμανέα. Δηλώσεις που, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα…

Η αλήθεια είναι ότι σε μια περίοδο που περίπου 100 Έλληνες χάνουν τη ζωή τους κάθε μέρα και οι ΜΕΘ έχουν ξεχειλίσει από ασθενείς, η κυβέρνηση και οι δομές της δεν δίνουν κρίσιμα στοιχεία για βασικά θέματα, είτε αυτό αφορά το περίφημο Rt (παρά μόνον εντελώς αποσπασματικά), είτε για τα ποσοστά θετικότητας ανά περιοχή, είτε για το πόσα τεστ διεξάγονται στις εκάστοτε περιοχές (με εξαίρεση κατά καιρούς κάποια rapid tests), είτε για το πόσα τεστ διεξάγονται αυτοβούλως από ιδιώτες και πόσα γίνονται μέσω του δημοσίου.

Ακόμη και για τα ενεργά κρούσματα, μιας συγκεκριμένης περιόδου, η ενημέρωση είναι ελλιπής, καθώς τα μαθαίνουμε κατά καιρούς μέσω των τηλεοπτικών εμφανίσεων μελών της επιτροπής, σε εκπομπές, όπου δίκην διασημοτήτων, λέει ο καθένας τη γνώμη του.

Τα ίδια και χειρότερα βεβαίως συμβαίνουν σε ό,τι αφορά τα στοιχεία νοσοκομειακής περίθαλψης που δίνει το Υπουργείο Υγείας. Δεν έχουμε εικόνα των εισαγωγών και των εξιτηρίων ανά νοσοκομείο και ανά περιοχή, ούτε για την κάλυψη των ΜΕΘ ανά περιοχή (το Υπουργείο Υγείας τα δίνει όποτε εκείνο κρίνει σκόπιμο, αλλιώς το αρνείται), ούτε ακόμη και της κατανομής των θανάτων και των διασωληνωμένων, ανά νομό.

«Ψιλά γράμματα» ίσως, όταν και η ίδια η ενημέρωση των δημοσιογράφων έχει «αποστειρωθεί» με ερωτήσεις που μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, ανά εμφάνιση των αρμοδίων της επιτροπής και του κράτους, ερωτήσεις που παραδίδονται από πριν και απαντώνται «εν κενώ», ως «γαρνιτούρα» της όλης παρουσίασης, αφού δεν υπάρχει δημοσιογράφος να ζητήσει έστω και μια διευκρίνιση.

Όσο για το αν συμβαίνουν τα ίδια στις λοιπές χώρες της Ευρώπης, αξίζει να διαβάσετε σχετική έρευνα που έκανε το insidestory.gr, συγκρίνοντας τα «πτωχά» ελληνικά στοιχεία, με τον πλούτο δεδομένων που προσφέρεται στην Αγγλία, την Ιταλία, τη Πορτογαλία, την Εσθονία, την Τσεχία κ.λπ.

Αναλυτικό θέμα, που αφορά τη γειτονική και αδελφή Κύπρο, έκανε μόλις χθες το iatronet.gr, καταγράφοντας όχι μόνο την ποιότητα της ενημέρωσης προς το κοινό, που απέχει παρασάγγας από την ελληνική πρακτική, αλλά και το γεγονός ότι στη μικρή πληθυσμιακά και οικονομικά Κύπρο υπάρχει πιο αποτελεσματικός έλεγχος της πανδημίας, πολύ μικρότερες απώλειες, αλλά και υπερδιπλάσιος αριθμός διαγνωστικών τεστ, κατά κεφαλή.

Το θέμα της ενημέρωσης όμως έχει διπλή σημασία. Διότι η ελεύθερη πρόσβαση σε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία (που στην περίπτωση μιας πανδημίας προφανώς δεν αφορά κάποιου είδους «απόρρητο», εφόσον δεν εμπεριέχει προσωπικά δεδομένα) υποβοηθά όχι μόνο τη δημοσιογραφική έρευνα ή τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη του πολίτη στους κρατικούς χειρισμούς, αλλά και την επιστημονική ενημέρωση, αφού προφανώς, ο επιστημονικός κόσμος της χώρας δεν δύναται να έχει την όποιας ποιότητας προνομιακή ενημέρωση έχουν τα μέλη της επιτροπής ειδικών.

Τέλος, η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά, ως σήμερα, να φέρει στη Βουλή τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής ειδικών, κάτι που πλέον έχει εξελιχθεί σε επαναλαμβανόμενο αίτημα εκ μέρους της αντιπολίτευσης.

Η συμπεριφορά του κόσμου και η έλλειψη εμπιστοσύνης

Το ακανθώδες θέμα της συμμόρφωσης του πληθυσμού με τις επιταγές προστασίας από την πανδημία δεν είναι ανεξάρτητο από τα διπλά, αντιφατικά μηνύματα και τα γνωστικά κενά, που όντως έχει δημιουργήσει ο εντελώς νέος αυτός ιός.

Η επιλογή του συμπαθέστατου και εγκυρότατου κατά κανόνα επιστήμονα Σωτήρη Τσιόδρα, στις αρχές της πανδημίας, να αντιταχθεί σφόδρα στη χρήση μάσκας, για όποιους λόγους κι αν έγινε (την ώρα που ήταν προφανές ότι η έμπειρη στις επιδημίες Ασία τη χρησιμοποιεί κατά κόρον), αποτέλεσε «στρατηγικό λάθος», καθώς με την εξέλιξη της πανδημίας, η χρήση της «έως και επικίνδυνης λόγω κακής χρήσης» μάσκας, έγινε υποχρεωτική και στη χώρα μας, τόσο εντός όσο και εκτός κλειστών χώρων.

Οι δηλώσεις διαφόρων κυβερνητικών στελεχών ότι «δεν πρόκειται να υπάρξει νέο lockdown, ήδη από τον Ιούλιο, ωσάν να μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον, αλλά ακόμη και ελάχιστο διάστημα πριν αυτό επιβληθεί, ενέτειναν τα φαινόμενο, δίνοντας και την αίσθηση ότι δεν υπάρχει συγκροτημένη γραμμή παρά μόνο αντίδραση στις εξελίξεις, ενώ τα αντικρουόμενα επιστημονικά στοιχεία, ανάμεσα σε μελέτες του εξωτερικού σε θέματα όπως η μεταδοτικότητα των παιδιών, αυξάνουν τη σύγχυση και την ανασφάλεια.

Επίσης ανοικτό θέμα είναι και η στάση των αρχών απέναντι στις παραβάσεις του lockdown, καθώς διάχυτη είναι η αίσθηση ότι σε αυτό το lockdown, όχι μόνον έχει αυξηθεί η κινητικότητα αλλά και ότι ο έλεγχος είναι πολύ πιο χαλαρός.

Η κατάσταση ενδέχεται να γίνει ακόμη πιο επικίνδυνη, καθώς οδεύουμε προς τις παραδοσιακά γιορτινές μέρες και σημαντικό μέρος του κοινού ετοιμάζεται (όπως προκύπτει από τις ιδιωτικές συζητήσεις που έκαναν επί τούτου μέλη της συντακτικής ομάδας του iatronet.gr με τον περίγυρό τους), να δώσει τη δική του ερμηνεία όσον αφορά στο πόσο διαφορετικές θα είναι οι μέρες των γιορτών, σε σχέση με το παρελθόν, παρότι καθίσταται ήδη εμφανές, από τα στοιχεία, ότι η καραντίνα δεν λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά όσο θα έπρεπε!