Του Γιώργου Καρελιά

Στην ομιλία του στην ΔΕΘ το βράδυ του Σαββάτου ο Αλέξης Τσίπρας έκανε αυτό που κάνουν όλοι οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης: άσκησε δριμεία κριτική στην κυβερνητική πολιτική και παρουσίασε ένα δικό του «πακέτο», για να υπερκεράσει αυτό του Κυριάκου Μητσοτάκη.


Στη συνέντευξη της Κυριακής γνώριζε ότι θα… ερχόταν αντιμέτωπος με ερωτήσεις εξ αντικειμένου δύσκολες και για το κόμμα του και για τον ίδιο. Η πιο δύσκολη αφορά την εμφανιζόμενη υστέρηση του ΣΥΡΙΖΑ έναντι της ΝΔ σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Και εξ αυτού προκύπτει το συνακόλουθο ερώτημα τι θα κάνει ο ίδιος, αν ηττηθεί στις επικείμενες εκλογές.


Η απάντηση ότι «δεν τον ανησυχούν οι δημοσκοπήσεις», διότι στο παρελθόν «έπεσαν έξω» δεν είναι πειστική. Διότι ναι μεν είναι αληθές ότι το 2019 οι δημοσκοπήσεις υποεκτίμησαν το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ (πρόβλεπαν 27% και πήρε 32%), αλλά δεν έπεσαν έξω στη βασική πρόβλεψη, δηλαδή στην ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Τι θα συμβεί αν και στις επόμενες εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ πάρει μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που του δίνουν οι δημοσκοπήσεις, αλλά είναι δεύτερο κόμμα;


Ο κ. Τσίπρας απέφυγε-ευλόγως- το ερώτημα με την κλασική απάντηση: «Θα νικήσουμε όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές». Και έδειξε ότι στηρίζει τις ελπίδες του για ανατροπή των σημερινών δεδομένων και σε αυτό που συμβαίνει στη Γερμανία. Πέρσι οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι το Συντηρητικό CDU προηγείτο του Σοσιαλδημοκρατικού(SPD) με 14 μονάδες. Σήμερα έχει γίνει μια μεγάλη (δημοσκοπική) ανατροπή: προηγούνται οι σοσιαλδημοκράτες και ο επικεφαλής τους Ολαφ Σολτς θεωρείται ως ο επικρατέστερος για τη θέση του καγκελαρίου-«και του το εύχομαι», είπε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.


Αυτό είναι, πράγματι, ένα εντυπωσιακό παράδειγμα που επιβεβαιώνει ότι στην πολιτική δεν υπάρχουν παγιωμένες καταστάσεις και οι ανατροπές καραδοκούν. Με την εξής διαφορά: αυτές οι καταστάσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, στη Γερμανία αποχωρεί από την πολιτική η Άνγκελα Μέρκελ και μοιραία το κόμμα της βρέθηκε στη δίνη της επιλογής νέας ηγεσίας. Στην Ελλάδα δεν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο στη ΝΔ. Αντίθετα, ο κ.Μητσοτάκης είναι «καβάλα στ’ άλογο». Επομένως, ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε αυτήν την πτυχή των πραγμάτων.


Στη Γερμανία, όμως, επιταχύνθηκε η φθορά του βασικού κυβερνώντος κόμματος εξαιτίας των καταστροφικών πλημμυρών με τους πολλούς νεκρούς. Ο κ. Τσίπρας δεν μπορεί, φυσικά, να πει ότι θα συμβεί κάτι ανάλογο στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αλλά μπορεί να προσδοκά ότι ο χρόνος δουλεύει εναντίον της, με την έννοια ότι μεγαλώνει το ποσοστό δυσαρέσκειας ευρύτερων εκλογικών στρωμάτων από την ασκούμενη πολιτική. Και αν αυτό αποτυπωθεί στην κάλπη, μπορεί, ακόμα κι αν η ΝΔ βγει πρώτο κόμμα, να μην είναι σε θέση να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και τότε να είναι σε θέση ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει αυτό που έγινε στην Ισπανία και στην Πορτογαλία με τον σχηματισμό συμμαχικών κυβερνήσεων των «προοδευτικών δυνάμεων».
Αν αυτό που έγινε στη Γερμανία (μένει να αποτυπωθεί και στην κάλπη της προσεχούς Κυριακής), δεν μοιάζει με «θαύμα», αλλά με αλλαγή δεδομένων που έχει ξανασυμβεί στην πολιτική, ο κ. Τσίπρας δικαιούται να προσδοκά κάτι ανάλογο, έστω ένα «θαύμα».


Αρκεί να είναι έτοιμος να αποδεχθεί αυτό που έχει πει ο Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι: «Ό,τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, δεν θα ‘ρθει με τη μορφή που το περιμένεις»