Μάχη «μέχρις εσχάτων» για να παραμείνει όρθιο το Εθνικό Σύστημα Υγείας δίνουν γιατροί, νοσηλευτές και προσωπικό των νοσοκομείων.

Με τους λεγόμενους «σκληρούς δείκτες» της πανδημίας να επιδεινώνονται διαρκώς, μόνο το τελευταίο 24ωρο οι εισαγωγές νέων ασθενών στα νοσοκομεία αυξήθηκαν περίπου κατά 20% και οι διασωληνωμένοι ασθενείς κατα 15%.

Στα νοσοκομεία της περιφέρειας άρχισε ο περιορισμός των τακτικών χειρουργείων, γεγονός που προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Μιλώντας στην στην ΕΡΤ η Πρόεδρος της ΕΙΝΑΠ Ματίνα Παγώνη τόνισε ότι «τα χειρουργεία δεν πρέπει να πάνε πίσω. Δεν πρέπει να υπάρχει μείωση των χειρουργείων ως 80% και εμείς θα κάνουμε μια προσπάθεια ως νοσοκομειακοί ιατροί να εξυπηρετηθούν οι άνθρωποι που περιμένουν. Κάποιοι μπορεί να έχουν χρήματα να πάνε στον ιδιωτικό τομέα, κάποιοι που δεν έχουν, τι θα κάνουν;».

Στη «μάχη» τα μονοκλωνικά

Τις επόμενες μέρες στη διάθεση των ασθενών θα είναι η μονοκλωνική θεραπεία. Η χορήγηση των μονοκλωνικών αντισωμάτων απαιτεί νοσοκομειακό περιβάλλον. Γίνεται με ενδοφλέβια έγχυση στον ασθενή και όλη η διαδικασία διαρκεί συνολικά περίπου μία ώρα, εκ της οποίας ο μισός χρόνος είναι η ίδια η χορήγηση του φαρμάκου και ο άλλος μισός η παρακολούθηση του ασθενούς για το ενδεχόμενο να εκδηλώσει σπάνια αλλεργική αντίδραση.

Αρχικά τη θεραπεία θα χορηγήσουν 10 νοσοκομεία σε όλη την Ελλάδα μεταξύ των οποίων είναι -σύμφωνα με πληροφορίες- το «Αττικόν», το «Σωτηρία», ο «Ευαγγελισμός», το «ΑΧΕΠΑ» στη Θεσσαλονίκη, το ΠΑΓΝΗ στην Κρήτη και τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία Λάρισας, Ρίου, και Αλεξανδρούπολης.

Εν τω μεταξύ, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων προειδοποιεί για τον κίνδυνο «πολύ υψηλής» υγειονομικής επιβάρυνσης τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο και καλεί τα κράτη μέλη της Ένωσης να λάβουν «επειγόντως» μέτρα.

Το ECDC καλεί σε αύξηση του γενικού επιπέδου του εμβολιασμού στην Ευρωπαϊκή Ενωση και κυρίως στις πιο καθυστερημένες χώρες.

Το γενικό επίπεδο εμβολιασμού την Ευρωπαϊκή Ενωση και στις τρεις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, κάτω του 70% του γενικού πληθυσμού, «αφήνει μεγάλο εμβολιαστικό κενό που δεν μπορεί να πληρωθεί γρήγορα και αφήνει τεράστιο χώρο για την εξάπλωση του ιού», τονίζει το ECDC.