Η οικονομία της Γερμανίας αναπτύχθηκε κατά 0,2% το πρώτο τρίμηνο του έτους χάρη στην αύξηση των επενδύσεων, όπως ανέφερε την Παρασκευή (29/04) η κρατική στατιστική υπηρεσία.

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με σχετική δημοσίευση των γερμανικών Αρχών, ο ρυθμός ανάπτυξης είναι χαμηλότερος κατά 0,9% σε σχέση με τα επίπεδα προ πανδημίας, αν και σε ετήσια βάση, η οικονομία της χώρας εξακολουθεί να αναπτύσσεται κατά 4%.

Ακόμα, κατά τις γερμανικές Αρχές που επικαλείται σχετική δημοσίευση του «Politico», οι προοπτικές δεν είναι ρόδινες σημειώνοντας ότι από τα τέλη Φεβρουαρίου «οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία έχουν αυξανόμενο αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη».

Η γερμανική κυβέρνηση, νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, μείωσε τις προοπτικές ανάπτυξης για το 2022 στο 2,2% από το 3,6% που προέβλεπε τον Ιανουάριο, επικαλούμενη την αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος, καθώς και την ευρύτερη επίδραση του πληθωρισμού, ενώ προέβλεψε ανάπτυξη 2,5% για το 2023.

Δεν επιβεβαιώθηκαν οι προσδοκίες σε Γαλλία – Ισπανία

Πάντως, την Παρασκευή (29/04), τα σχετικά στοιχεία από τη Γαλλία έδειξαν ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης σταμάτησε απροσδόκητα να αναπτύσσεται, γεγονός δεν επαλήθευσε τις προσδοκίες των αναλυτών για +0,3%.

Στην Ισπανία, εν τω μεταξύ, η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε στο 0,3%, υποσκελίζοντας επίσης τις προσδοκίες για +0,5%, με βάση τα σχετικά δεδομένα.

Ρεκόρ πληθωρισμού στην Ευρωζώνη

Η ανάπτυξη της Ευρωζώνης επιβραδύνθηκε κατά το πρώτο τρίμηνο, ενώ ο πληθωρισμός σημείωσε νέο ρεκόρ τον Απρίλιο, σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία που δημοσίευσε, την Παρασκευή (29/04), η στατιστική υπηρεσία της Ε.Ε., ενισχύοντας τους φόβους για στασιμοπληθωρισμό.

Σε επίπεδο χωρών, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,3% στην Ισπανία και 0,2% στη Γερμανία, ενώ στη Γαλλία παρέμεινε στάσιμο και στην Ιταλία συρρικνώθηκε.

Ακόμα, οι αριθμοί του ΑΕΠ υποδηλώνουν μια απότομη επιβράδυνση σε ολόκληρη την Ευρωζώνη ύστερα από μια ευρεία ανάκαμψη το 2021 αν και -σε ετήσια βάση- η ανάπτυξη ατον ενιαίο χώρο του ευρώ αυξήθηκε κατά 5%.

Όσον αφορά στο μέλλον, η αβεβαιότητα που προκλήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος άρχισε προς το τέλος του πρώτου τριμήνου, καθώς και η έξαρση του πληθωρισμού αναμένεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη.

Επίσης, ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 7,5% τον Απρίλιο σε σχέση με το 7,4% κατά τον προηγούμενο μήνα, κυρίως λόγω του κόστους της ενέργειας, το οποίο αυξήθηκε κατά 38% εν συγκρίσει με το προηγούμενο έτος.

Ο πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τους ασταθείς παράγοντες των τροφίμων και της ενέργειας, αυξήθηκε από 3,2% σε 3,9%, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι υψηλές τιμές παγιώνονται.

Εξετάζοντας τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, οι χώρες της Βαλτικής επλήγησαν περισσότερο, καθώς στην Εσθονία οι τιμές αυξήθηκαν κατά 19%, στη Λιθουανία κατά 16,6% και στη Λετονία κατά 13,3%.

Στα μεγαλύτερα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, αντίθετα, ο πληθωρισμός παρέμεινε σχετικά συγκρατημένος, αφού στη Γαλλία ήταν 5,4%, στην Ιταλία 6,6% και στη Γερμανία 7,8%.

Ποια η πιθανή στάση της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη

Εν μέσω ενδείξεων της πληθωριστικής τάσης, αυξάνονται οι ανησυχίες ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ενδέχεται να σφίξει τη νομισματική πολιτική.

Ωστόσο, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης περιπλέκει μια τέτοια κίνηση, καθώς η αυστηρότερη νομισματική πολιτική κινδυνεύει να ανασχέσει την ανάκαμψη μετά την πανδημία.

Από την πλευρά του, ο οικονομολόγος της Commerzbank, Κρίστοφ Βάιλ, ανέφερε σύμφωνα με σχετική δημοσίευση του «Politico»: «Τα σημερινά στοιχεία αυξάνουν την πίεση στην ΕΚΤ να τερματίσει την εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική της».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Μπερτ Κολάιν, οικονομολόγος της ING, τονίζοντας: «Η συνεχιζόμενη -αν και επιβραδυνόμενη- οικονομική ανάπτυξη σημαίνει ότι η ΕΚΤ είναι πιθανό να δράσει μάλλον νωρίτερα παρά αργότερα. Παρ’ όλο που η οικονομία παραμένει αδύναμη και αυτό σίγουρα δεν είναι ένα περιβάλλον στο οποίο η ΕΚΤ μπορεί να κάνει αυξήσεις στο επίπεδο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, μην περιμένετε ότι η ΕΚΤ θα περιμένει πολύ περισσότερο».

Οι χρηματιστηριακές αγορές -επί του παρόντος- εκτιμούν ότι μια αύξηση των επιτοκίων κατά 90 μονάδες βάσης πριν από το τέλος του έτους είναι αρκετά πιθανή, με την πρώτη αύξηση εδώ και πάνω από μια δεκαετία να γίνει ενδεχομένως ακόμα και τον Ιούλιο.