Το τέταρτο κουδούνι για τυφώνα στην παγκόσμια Οικονομία, ήχησε και μάλιστα εκκωφαντικά. Μετά τον Jamie Dimon της JP Morgan και τον Έλον Μασκ, ήλθε την Τετάρτη ο ΟΟΣΑ και κατόπιν η Goldman Sachs να καταδείξουν τα πυκνά σύννεφα που απλώνονται πάνω από την ανθρωπότητα.

Η οποία, όπως τονίζει ο ΟΟΣΑ, θα πληρώσει ένα «βαρύ τίμημα» για τον πόλεμο στην Ουκρανία που θα περιλαμβάνει ασθενέστερη ανάπτυξη, ισχυρότερο πληθωρισμό και δυνητικά μακροχρόνιες ζημιές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Μαύρες είναι και οι εκτιμήσεις του ΟΗΕ, ο οποίος προειδοποιεί για κύμα πείνας και οικονομικό χάος που δεν έχουμε ξαναδεί, εάν δεν τελειώσει σύντομα ο πόλεμος.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οργανισμός υποβάθμισε την πρόβλεψή του για την παγκόσμια ανάπτυξη το 2022 στο 3% από το 4,5% που προέβλεπε τον Δεκέμβριο και αναβάθμισε την πρόβλεψή του για τον πληθωρισμό σχεδόν στο 9% για τις 38 χώρες μέλη του, σύμφωνα με προβλέψεις που δημοσιεύθηκαν την Τετάρτη στο Παρίσι. Το 2023, αναμένει η ανάπτυξη να επιβραδυνθεί στο 2,8%.

Ο αντίκτυπος του πολέμου

Ο ΟΟΣΑ υποβαθμίζει τις προβλέψεις ανάπτυξης στις μεγάλες οικονομίες:

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επιπτώσεις του πολέμου θα μπορούσαν να γίνουν «ακόμη χειρότερες», προειδοποίησε, περιγράφοντας μια μακρά λίστα κινδύνων που κυμαίνονται από μια απότομη διακοπή της ρωσικής προσφοράς στην Ευρώπη έως τις ευπάθειες στις χρηματοπιστωτικές αγορές από το υψηλό χρέος και τις αυξημένες τιμές περιουσιακών στοιχείων.

«Υπήρξαν αρκετές σημαντικές αλλαγές στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον τους τελευταίους μήνες, συμπεριλαμβανομένης της παγκόσμιας εξάπλωσης της μετάλλαξης Όμικρον του κορονοϊού και της μεγαλύτερης από το αναμενόμενο επιμονής των πληθωριστικών πιέσεων», επεσήμανε ο οργανισμός στην οικονομική ανάλυσή του. «Η μόνη μεγαλύτερη αλλαγή, ωστόσο, είναι ο οικονομικός αντίκτυπος του πολέμου στην Ουκρανία», προσέθεσε.

Η ζοφερή αξιολόγηση, η οποία απηχεί παρόμοια προειδοποίηση από την Παγκόσμια Τράπεζα, υποδεικνύει μια βαθύτερη και ευρύτερη οικονομική επίπτωση από την εισβολή της Ρωσίας που θα καταστήσει πιο δύσκολο τον καθορισμό των σωστών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών. Αυτή είναι η πρώτη λεπτομερής άποψη από τον ΟΟΣΑ, ο οποίος δεν εξέδωσε πλήρεις προβλέψεις τον Απρίλιο λόγω της επικρατούσας αβεβαιότητας.

Οι πρώιμες επιπτώσεις της αύξησης των τιμών έχουν ήδη αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να αυστηροποιήσουν τη νομισματική πολιτική, με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, για παράδειγμα, να έχει μόλις αύξησε τα επιτόκια με επιταχυνόμενο ρυθμό 50 μονάδων βάσης τον περασμένο μήνα. Εν τω μεταξύ, τα νοικοκυριά επανεξετάζουν τα σχέδια δαπανών καθώς προσπαθούν να βρουν καταφύγια.

Στο έλεος των τιμών

Ο ΟΟΣΑ ενισχύει τις προβλέψεις για τους ρυθμούς πληθωρισμού το 2022:

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μολονότι ο ΟΟΣΑ είπε ότι είναι δικαιολογημένο οι νομισματικές αρχές να ανακόψουν τα μέτρα τόνωσης, τις κάλεσε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στην Ευρωζώνη , όπου οι αυξανόμενες τιμές αντανακλούν κυρίως τις πιέσεις της προσφοράς.

«Οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να κάνουν μια λεπτή πράξη μεταξύ της διατήρησης του πληθωρισμού υπό έλεγχο και της διατήρησης της οικονομικής ανάκαμψης μετά την πανδημία, ειδικά όταν η ανάκαμψη δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί», υπογράμμισε ο οργανισμός.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Παρίσι, ο επικεφαλής οικονομολόγος Λόρενς Μπουν είπε ότι η αναταραχή στην παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να αφήσει μόνιμο αντίκτυπο στις επενδύσεις.

«Είχαμε μια σειρά από σοκ: πρώτα την πανδημία, μετά τον πόλεμο και σε ορισμένες χώρες η πλευρά της προσφοράς της οικονομίας δεν έχει ανακάμψει πλήρως», δήλωσε. «Όσο περισσότερο διαρκεί αυτό, τόσο περισσότερο διαταράσσονται οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και τόσο λιγότερη θα υπάρχει όρεξη για επενδύσεις», συμπλήρωσε.

Ο ΟΟΣΑ παρατήρησε ότι ο πληθωρισμός πλήττει το βιοτικό επίπεδο και μειώνει τις καταναλωτικές δαπάνες σε όλο τον κόσμο, ενώ οι επιχειρήσεις γίνονται λιγότερο αισιόδοξες για τη μελλοντική παραγωγή. Αυτό το χτύπημα στην εμπιστοσύνη αποτρέπει κυρίως τις επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους απειλούν να βλάψουν την προσφορά «για τα επόμενα χρόνια», τόνισε.

Ωστόσο, ο οργανισμός είναι προσεκτικός σχετικά με το εάν η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται στο χείλος του στασιμοπληθωρισμού, παρά τις ομοιότητες με το πετρελαϊκό σοκ της δεκαετίας του 1970.

Σε σύγκριση με εκείνη την εποχή, οι μεγάλες οικονομίες είναι λιγότερο ενεργοβόρες, οι κεντρικές τράπεζες έχουν πιο ισχυρά πλαίσια και ανεξαρτησία και οι καταναλωτές έχουν ένα απόθεμα υπερβολικών αποταμιεύσεων που απομένουν από την πανδημία της COVID-19, εξήγησε.

«Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σαφείς κίνδυνοι ότι η ανάπτυξη θα μπορούσε να επιβραδυνθεί πιο απότομα από το αναμενόμενο και οι πληθωριστικές πιέσεις θα μπορούσαν να ενταθούν περαιτέρω», επισημαίνει ο ΟΟΣΑ.

Μισθολογικός Πόνος

Το παγκόσμιο σοκ του πληθωρισμού συμπιέζει τις αμοιβές που πληρώνουν το σπίτι σε πραγματικούς όρους:

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ακολουθούν περαιτέρω σημεία από την έκθεση:

– Η Ευρώπη είναι μια από τις περιοχές που κινδυνεύουν περισσότερο σε περίπτωση που ο πόλεμος στην Ουκρανία παραταθεί ή κλιμακωθεί, καθώς οι οικονομίες της αγωνίζονται να απογαλακτιστούν από τα ρωσικά καύσιμα

– Οι οικονομίες χαμηλού εισοδήματος κινδυνεύουν επίσης λόγω των αυξανόμενων τιμών των βασικών τροφίμων και της ενέργειας

– Οι απότομες αυξήσεις των επιτοκίων θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την ανάπτυξη περισσότερο από το αναμενόμενο

– Η πολιτική «Zero-COVID» της Κίνας εξακολουθεί να επιβαρύνει την παγκόσμια προοπτική

Ακολουθούν ορισμένες από τις συστάσεις του ΟΟΣΑ:

– Περισσότερη βοήθεια και παγκόσμια συνεργασία στα logistics για την αποφυγή επισιτιστικής κρίσης

– Στοχευμένη κρατική στήριξη για τα νοικοκυριά που πλήττονται περισσότερο από το αυξανόμενο κόστος ζωής

– Σήματα από τις κεντρικές τράπεζες ότι δεν θα επιτρέψουν την εξάπλωση του πληθωρισμού

– Η νομισματική πολιτική των ΗΠΑ μπορεί να σφίξει γρηγορότερα καθώς οι τιμές οδηγούνται από την υπερβολική ανοδική ζήτηση

– Περισσότερη αλληλεγγύη στην Ευρώπη για την άμυνα και τη δαπάνη ενέργειας

– Διατηρήστε ανοιχτές τις συναλλαγές για να διασφαλίσετε διαφορετικές αλυσίδες αξίας για την πράσινη μετάβαση

JP Morgan: Έρχεται τυφώνας

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται οι πρόσφατες δηλώσεις του ελληνικής καταγωγής προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του τεράστιου χρηματοπιστωτικού φορέα της JP Morgan Chase Jamie Dimon, ότι επέρχεται τυφώνας όχι μόνον χρηματοοικονομικής, αλλά δραματικά ευρύτερης κρίσης, προκαλούν αίσθηση και αναταραχή που υπερβαίνει τα όρια των χρηματοοικονομικών κύκλων. Κατά τον Jamie Dimon, υπάρχουν δύο επικίνδυνοι αρνητικοί παράγοντες που προμηνύουν τον τυφώνα.

Ο πρώτος παράγοντας εδράζεται στην καθυστερημένη απόφαση της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve-FED) να προχωρήσει σε πιστωτική συρρίκνωση (Quantitative Tightening-QT), διακόπτοντας κατά 95 δισεκατομμύρια δολάρια από τον Ιούνιο την ανανέωση του δημοσίου χρέους, με νέες εκδόσεις ομολόγων.

Ο άλλος πηγάζει από την κρίση της Ουκρανίας και τα τρομακτικά πλήγματα που προκαλεί στις αγορές αγαθών και φυσικών πόρων, όπου κατά τον Dimon, μόνον οι τιμές του αργού πετρελαίου προβλέπεται να κινηθούν προς τα 150 δολάρια το βαρέλι κατά τη θερινή περίοδο και ίσως αναρριχηθούν και στα ακραία επίπεδα των 175 δολαρίων. Σύμφωνα με την Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (International Energy Agency-IEA) η μείωση της παραγωγής της Ρωσίας θα κινηθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2022 στα τρία εκατομμύρια βαρέλια ανά ημέρα, με κυριότερο αίτιο τις κυρώσεις των δυτικών.

Εάν όμως επαληθευθεί η εκτίμηση της IEA, από την στιγμή που η συνολική αύξηση της παραγωγής από τα στρατηγικά αποθέματα και τον OPEC+ θα φθάνει τα 1.680.000 βαρέλια ανά ημέρα, ενώ η ρωσική παραγωγή θα έχει μειωθεί κατά 3.000.000 βαρέλια σε ημερήσια βάση, η προσφορά θα εμφανίζει ανά ημέρα μία υστέρηση της τάξης των 1.320.000 βαρελιών. Αυτή η απλή εξίσωση οδηγεί και τους αναλυτές της Bank of America (BofA) να προβλέπουν άνοδο της τιμής του αργού στα 150 δολάρια ανά βαρέλι, με πιθανή αποκλιμάκωση προς τα τέλη του 2022 στα 104 δολάρια και κατά το 2023 στα 100.

Οικονομική καταστροφή

Σε πρόσφατη χρηματοοικονομική διάσκεψη αναλυτών και επενδυτών στην Νέα Υόρκη (31/05/2022), ο Dimon αποκαλύπτει πως προετοιμάζει τον μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό όμιλο της χώρας, τον οποίο και διοικεί, για έναν χρηματοοικονομικό τυφώνα και συμβουλεύει τους επενδυτές να λάβουν επίσης τα μέτρα τους. Ο ίδιος εξηγεί πως μόλις προ διμήνου είχε εκτιμήσει πως πρόκειται για καταιγίδα, αλλά δυστυχώς οι εξελίξεις προδικάζουν δραματικά χειρότερες συνθήκες, ότι επέρχεται τυφώνας, με μοναδική άγνωστη παράμετρο το μέγεθος της κατηγορίας έντασης του τυφώνα.

Από τα τέλη του 2021, οι τιμές των μετοχών, ειδικά του κλάδου ψηφιακής τεχνολογίας κινούνται καθοδικά, με τους επενδυτές να προετοιμάζονται για την λήξη της εποχής του χαμηλού κόστους χρήματος. Ο πληθωρισμός κινείται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων πέντε δεκαετιών, τροφοδοτούμενος από τις ανατροπές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την υγειονομική κρίση, με τις αγορές να τρομοκρατούνται με το ενδεχόμενο μίας ύφεσης, όταν πλέον η FED θα αποφασίσει επιτέλους να καταπολεμήσει την οδυνηρή άνοδο των τιμών.

Αν και οι τιμές των μετοχών εμφανίζουν τάσεις ανάκαμψης με μοχλό την ελπίδα αναχαίτισης των πληθωριστικών πιέσεων, ο Dimon δεν τρέφει αυταπάτες. Προειδοποιεί μάλιστα πως η σχετική ηρεμία αυτής της περιόδου που βασίζεται κυρίως στην προσδοκία πως η FED έχει την δυνατότητα να διαχειρισθεί την επικίνδυνη κατάσταση, δεν πρόκειται να επαληθευθεί, από την στιγμή αντί της καταιγίδας, έρχεται τυφώνας.

Η πιστωτική συρρίκνωση

Η πιστωτική συρρίκνωση (Quantitative Tightening-QT), κατά την άποψη του Dimon, με μείωση από τον Ιούνιο κατά $95 δισεκατομμύρια της ανανέωσης των ομολογιακών εκδόσεων, αποτελεί από πλευράς μεγέθους μία ανεπανάληπτη ιστορικά κίνηση, που θα καταγραφεί και θα μελετάται για τις επόμενες τουλάχιστον πέντε δεκαετίες από τους ιστορικούς της οικονομίας. Η προηγηθείσα πιστωτική επέκταση, έχει ήδη πυροδοτήσει την κρίση με πρώτο σύμπτωμα την ανάδυση των αρνητικών επιτοκίων, ένα τεράστιο σφάλμα κατά τον τραπεζίτη.

Κατά την περίοδο 2020-2021, η ομοσπονδιακή κεντρική κυβέρνηση, αποφασίζει μία πιστωτική επέκταση (Quantitative Easing-QE) της τάξης των 4,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που ισοδυναμεί με το 18% του ΑΕΠ του 2021 και ένα επιπλέον τεράστιο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της τάξης των πέντε τρισεκατομμυρίων, που αντιστοιχεί στο 21% του ΑΕΠ της ιδίας περιόδου. Η οικονομία σταθεροποιείται, οι αγορές κινούνται μετά την πρώτη καθίζηση ανοδικά και οι εταιρείες αντλούν με απίστευτη ευχέρεια τεράστια κεφάλαια, αλλά από την άλλη πλευρά προκαλούνται αναπόφευκτα πληθωριστικές πιέσεις.

Κατά την διάρκεια της ιδίας περιόδου σημειώνονται παράλληλα αποκλίσεις σε πολλούς τομείς, με τις σημαντικότερες στην αγορά εργασίας, όπου δύο εκατομμύρια εργαζόμενοι αποσύρονται με πρώιμη συνταξιοδότηση και οι μετανάστες εργάτες μειώνονται κατά ένα εκατομμύριο, λόγω μεταβολών στην μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά η τεραστίων διαστάσεων διάσωση της αμερικανικής οικονομίας, δημιουργεί 11 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, πλην όμως οι ενδιαφερόμενοι να εργασθούν μειώνονται κατά πέντε εκατομμύρια.

Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει, όπως εξηγεί ο Dimon, μία τεράστια ρευστότητα στο σύστημα, με αποτέλεσμα οι κεντρικές τράπεζες να στερούνται πλέον άλλων επιλογών, οπότε μέσω της πιστωτικής συρρίκνωσης επιχειρούν να περιορίσουν την ρευστότητα, να ανακόψουν την κερδοσκοπία και μεταξύ των άλλων να αποσυμπιέσουν και την απότομη άνοδο των τιμών στον χώρο της στέγασης.

Παράλληλα η κρίση στην Ουκρανία, επηρεάζει τις αγορές των αγαθών συμπεριλαμβανομένων της ενέργειας και των ειδών διατροφής, αφού πάντοτε οι πολεμικές συγκρούσεις, επιτρέπουν την ανάδυση ασύμμετρων κινδύνων και οι ΗΠΑ κατά τον τραπεζίτη δεν έχουν λάβει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της Ευρώπης, που αποτελεί και το μεγαλύτερο θύμα των έκρυθμων καταστάσεων.

Προετοιμάζει η JP Morgan

Με την εκδήλωση της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008, οι κεντρικές τράπεζες, οι αντίστοιχες εμπορικές και οι οίκοι συναλλαγών στις αγορές συναλλάγματος, αποτελούν τις τρείς βασικές ομάδες αγοραστών των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, υπενθυμίζει ο Dimon. Όμως οι ομάδες αυτές δεν διαθέτουν πλέον την κεφαλαιουχική δυναμικότητα ή την διάθεση να απορροφήσουν τους δραστικά μεγαλύτερους όγκους ομολόγων που θα απαιτήσει η τρέχουσα κρίση. Υπάρχει μία τεράστια μεταβολή στην ροή των κεφαλαίων ανά τον κόσμο, σημειώνει ο τραπεζίτης, αν και όπως εξομολογείται προετοιμάζεται για μία τρομακτικά ευμετάβλητη αγορά με απρόβλεπτες διακυμάνσεις.

Όπως αποκαλύπτει, ο τυφώνας επέρχεται και η JP Morgan Chase προετοιμάζεται, με πρώτο βήμα να ωθεί τους πελάτες της να μετατοπισθούν από τις χαμηλότερης ποιότητας τρέχουσες καταθέσεις (non-operating deposits) που κινούνται αυθημερόν, σε άλλα χρηματοοικονομικά εργαλεία, όπως τα επενδυτικά κεφάλαια των αγορών συναλλάγματος. Αυτή η τακτική επιτρέπει στην JP Morgan Chase να διαχειρίζεται τις κεφαλαιακές ανάγκες της σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές και τους σχετικούς κανονισμούς, διατηρώντας την δυνατότητα να απορροφήσει μία έκρηξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Η αβεβαιότητα που κυριαρχεί στην κεφαλαιαγορά, απαιτεί κατά τον Dimon, να αποβληθούν οι χαμηλότερης ποιότητας τρέχουσες καταθέσεις, ώστε να προστατευθούν οι τράπεζες και οι πελάτες τους να αντιμετωπίσουν δυσμενέστερες καταστάσεις. Ταυτόχρονα επιβάλλεται να απομακρυνθούν οι τράπεζες από την χορήγηση ενυπόθηκων δανείων με εγγύηση του δημοσίου, λόγω του ότι στον τομέα αυτό ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να κυμανθεί από 5% έως 10% του συνόλου.

Οι παραινέσεις του έμπειρου τραπεζίτη με επίκεντρο την αύξηση με κάθε τρόπο της ρευστότητας, συμπίπτουν με ανάλογες της Bank of America (BofA), όταν προ μηνός προτρέπει με σχετική της έκθεση τους επενδυτές να αυξήσουν άμεσα την ρευστότητα των θέσεων τους, διακρατώντας όσο το δυνατόν περισσότερα μετρητά.

Ολόκληρη η ανάλυση του Jamie Dimon:

Πετρέλαιο: Καλοκαίρι με εκτίναξη στα 140 δολάρια το βαρέλι προβλέπει η Goldman Sachs

Παράλληλα, οι οικονομολόγοι της Goldman Sachs έχουν προβλέψει ότι οι τιμές του πετρελαίου θα εκτιναχθούν στα 140 δολάρια το βαρέλι αυτό το καλοκαίρι, με τη μείωση της ρωσικής παραγωγής και τη σταδιακή ανάκαμψη της κινεζικής ζήτησης να εντείνουν την πίεση στις ήδη χαμηλές προμήθειες.

Ωστόσο, είπαν ότι οι καταναλωτές θα αισθάνονται ότι το πετρέλαιο έχει φτάσει τα 160 δολάρια το βαρέλι, επειδή η έλλειψη χωρητικότητας στα διυλιστήρια σημαίνει ότι οι τιμές της βενζίνης και των καυσίμων αυξάνονται περισσότερο από ό,τι αναμενόταν συνήθως, αυξάνοντας το κόστος σε ολόκληρη την οικονομία.

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη εκτιναχθεί περίπου κατά 50% φέτος ως αποτέλεσμα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και των ευρύτερων ανισορροπιών προσφοράς και ζήτησης. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου έχουν ωθήσει τις τιμές του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ στο υψηλό ρεκόρ των 4,92 δολαρίων το γαλόνι, σύμφωνα με την AAA.

Το αργό Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς, και το αργό WTI, το αμερικανικό σημείο αναφοράς, κυμάθηκαν περίπου στα 119 και 118 δολάρια το βαρέλι αντίστοιχως την Τρίτη.

Οι αναλυτές της Goldman, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής στρατηγικής για τα εμπορεύματα, Τζεφ Κάρι, δήλωσαν σε σημείωμα τη Δευτέρα ότι αναμένουν ότι οι τιμές θα ανέβουν υψηλότερα «δεδομένων των σημερινών χαμηλών επιπέδων αποθεμάτων».

Προέβλεψαν ότι το Brent θα ήταν κατά μέσο όρο περίπου 140 δολάρια το βαρέλι το τρίτο τρίμηνο του έτους, αλλά είπαν ότι θα μπορούσε να αυξηθεί.

«Μια μεγάλη άνοδος των τιμών παραμένει αρκετά πιθανή αυτό το καλοκαίρι, όταν η ζήτηση εποχιακά φτάνει στο αποκορύφωμά της», έγραψαν οι αναλυτές.

Ωστόσο, ο Κάρι και οι συνεργάτες του είπαν ότι οι καταναλωτές θα ένιωθαν ότι το πετρέλαιο είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο.

Είπαν ότι τα σημεία συμφόρησης στα διυλιστήρια -τα οποία μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο σε χρησιμοποιήσιμα προϊόντα πετρελαίου- σημαίνουν ότι το κόστος του φυσικού αερίου και των καυσίμων είναι σημαντικά υψηλότερο από ό,τι θα αναμενόταν συνήθως σε σύγκριση με τις τιμές αναφοράς. Οι αναλυτές είπαν ότι υπήρχε «μια άνευ προηγουμένου έλλειψη διύλισης».

Η ομάδα της Goldman είπε ότι μια άνοδος του αργού πετρελαίου Brent στα 140 δολάρια το βαρέλι θα σήμαινε επομένως ότι οι τιμές στις ανεπτυγμένες οικονομίες θα φτάσουν σε επίπεδα που συνήθως συνδέονται με 160 δολάρια το βαρέλι αυτό το καλοκαίρι.

Η επενδυτική τράπεζα είπε ότι αναμένει οι τιμές να παραμείνουν υψηλές, παρόλο που μια άνοδος στα 140 δολάρια περίπου θα προκαλούσε κάποια «καταστροφή της ζήτησης» ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να σταματήσουν να χρησιμοποιούν τόση ενέργεια.

Η Goldman είπε ότι οι τιμές του πετρελαίου Brent θα ήταν κατά μέσο όρο 115 δολάρια το βαρέλι το τέταρτο τρίμηνο του 2023, με το WTI κατά μέσο όρο στα 110 δολάρια.

ΟΗΕ: Κόλαση επί Γης αν δεν τελειώσει σύντομα ο πόλεμος

Την ίδια στιγμή, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, παρουσιάζοντας τη δεύτερη έκθεση του ΟΗΕ για τις διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, δήλωσε ότι αρνητικές συνέπειες που έχει προκαλέσει στον κόσμο η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιδεινώνονται, επηρεάζοντας 1,6 δισεκατομμύρια ανθρώπους.

«Οι επιπτώσεις του πολέμου στην επισιτιστική ασφάλεια, την ενέργεια και τα χρηματοικονομικά είναι συστημικές, σοβαρές και επιταχυνόμενες», είπε. «Για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, ο πόλεμος απειλεί να εξαπολύσει ένα άνευ προηγουμένου κύμα πείνας και εξαθλίωσης, αφήνοντας στο πέρασμά του κοινωνικό και οικονομικό χάος», προειδοποίησε ο επικεφαλής του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν «η φετινή επισιτιστική κρίση συνδέεται με την έλλειψη πρόσβασης» σε τρόφιμα, «το επόμενο έτος θα μπορούσε να είναι ένα ζήτημα έλλειψης τροφίμων».

«Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να σταματήσει αυτή η καταιγίδα που φουντώνει: η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πρέπει να σταματήσει», επέμεινε ο Γκουτέρες, αναφερόμενος στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις για «μια συνολική συμφωνία που θα επέτρεπε την ασφαλή εξαγωγή τροφίμων που παράγονται στην Ουκρανία μέσω της Μαύρης Θάλασσας και την απρόσκοπτη πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές για ρωσικά τρόφιμα και λιπάσματα».

«Αυτή η συμφωνία είναι απαραίτητη για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στις αναπτυσσόμενες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της υποσαχάριας Αφρικής», τόνισε, αρνούμενος να δώσει λεπτομέρειες για αυτές τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται από τον ΟΗΕ για αρκετές εβδομάδες και που δεν έχουν σημειώσει πρόοδο μέχρι στιγμής.

Σύμφωνα με τη δεύτερη έκθεση του ΟΗΕ, που συντάχθηκε με επικεφαλής την Ρεμπέκα Γκρίνσπαν, εκ των διαπραγματευτών του ΟΗΕ για τη συμφωνία που αναφέρει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, «94 χώρες, όπου ζουν περίπου 1,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι είναι σοβαρά εκτεθειμένες σε τουλάχιστον μία διάσταση της κρίσης» – στην οικονομική, σε αυτήν της σίτισης ή της ενέργεια- «και χωρίς τη δυνατότητα να τις αντιμετωπίσουν».

«Από αυτά τα 1,6 δισεκατομμύρια, τα 1,2 δισεκατομμύρια ή τα τρία τέταρτα ζουν σε χώρες που είναι σοβαρά εκτεθειμένες και ευάλωτες ταυτόχρονα και στις τρεις διαστάσεις», αναφέρει η έκθεση. Στο εξής, «καμία χώρα ή κοινότητα δεν θα γλυτώσει από αυτήν την κρίση κόστους ζωής», υπογραμμίζει η έκθεση.

Σε αυτήν παράλληλα τονίζεται ότι «ο πόλεμος θα μπορούσε να αυξήσει το 2022 κατά 47 εκατομμύρια ανθρώπους τον αριθμό ανθρώπων που βρίσκονται αντιμέτωποι με επισιτιστική ανασφάλεια, ανεβάζοντάς τον συνολικό αριθμό σε 323 εκατομμύρια μέχρι το τέλος του έτους».

«Έως και 58 εκατομμύρια περισσότεροι Αφρικανοί θα μπορούσαν να περιέλθουν σε συνθήκες φτώχειας φέτος», ανέφερε η έκθεση, επισημαίνοντας ότι οι συνθήκες ακραίας φτώχειας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική «θα μπορούσε να επηρεάσει 2,8 εκατομμύρια περισσότερους ανθρώπους το 2022». Στη Νότια Ασία, «500 εκατομμύρια άνθρωποι είναι σοβαρά εκτεθειμένοι στις διατροφικές και οικονομικές διαστάσεις, μια κατάσταση που επιδεινώνεται από ισχυρούς καύσωνες που επηρεάζουν τους πολιτισμούς της περιοχής», αναφέρεται επίσης.

Για να μετριαστεί η κρίση, «πρέπει να καταβληθούν συγκεκριμένες προσπάθειες για να διασφαλιστεί ότι οι βασικές προμήθειες τροφίμων και ενέργειας φθάνουν στους πιο ευάλωτους», υποστηρίζει ο ΟΗΕ.