Του Γιώργου Σκαφιδά

Ήταν Φεβρουάριος του 1998, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, όταν ο Γεβγκένι Πριμακόφ επισκέφθηκε την Ελλάδα ως υπουργός Εξωτερικών τότε της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Σημείο αναφοράς για τη ρωσική εξωτερική πολιτική, όπως εκείνη έχει εξελιχθεί από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, ο Πριμακόφ πίστευε στα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης των ελληνορωσικών σχέσεων, περιθώρια τα οποία μάλιστα ο ίδιος επιχείρησε και να διευρύνει στο μέτρο των αρμοδιοτήτων του, από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών (1996-1998), του πρωθυπουργού (1998-1999) αλλά και του προέδρου του ρωσικού εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου (2001-2011).

Πραγματιστής ο ίδιος, μεγαλωμένος μεν μέσα στον σοβιετικό κρατικό μηχανισμό αλλά απαλλαγμένος από δογματικές ιδεολογικές αγκυλώσεις κατά τη μετασοβιετική περίοδο, ο Πριμακόφ «έβλεπε» τον πολυπολικό κόσμο να «αναδύεται» και προετοιμαζόταν αναλόγως… την ίδια περίοδο που άλλοι πίσω στη Δύση, όπως ο Φράνσις Φουκουγιάμα, «έβλεπαν» το «τέλος της ιστορίας»… Εκεί πίσω στη μεταβατική δεκαετία του 1990, ένα μέρος της οποίας (1991-1996) ο Πριμακόφ το είχε περάσει άλλωστε και ως επικεφαλής της ρωσικής υπηρεσίας εξωτερικής αντικατασκοπείας και πληροφοριών, προτού μετακομίσει στο τιμόνι του ρωσικού ΥΠΕΞ, χαράσσοντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, μια στρατηγική πολύπλευρη και αυτόνομη, που θα άνοιγε το δρόμο για τη συνεργασία της Ρωσίας με… οποιοδήποτε άλλο κράτος στη βάση της προώθησης αμοιβαίων συμφερόντων.

Για τον Γεβγκένι Μαξίμοβιτς Πριμακόφ, η Ελλάδα αποτελούσε μια χώρα «πρότυπο» ως προς τις σχέσεις που μπορεί να έχει ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζουν άνθρωποι που τον γνώρισαν, που τον «μελέτησαν» και εργάστηκαν μαζί του, άνθρωποι κάποιοι εκ των οποίων (όπως μεταξύ άλλων οι καθηγητές Γιούρι Κομπαλάντζε και Αλεξάντερ Μπορίσοφ) βρέθηκαν προ ημερών σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας για να πάρουν μέρος σε «διεθνές συνέδριο» διοργανωθέν από την ΕλληνοΡωσική Λέσχη Διάλογος «για τα 90 χρόνια από τη γέννηση του Γεβγκένι Πριμακόφ».

Η προσέγγιση Ρωσίας-Τουρκίας ως… μακροπρόθεσμη επιλογή
Από το 1998, ωστόσο, έχουν αλλάξει πολλά… πάρα πολλά, πολλά εξ αυτών μάλιστα προς κατευθύνσεις που θα έπρεπε να μας προβληματίζουν ως Ελλάδα. Όσοι εκτιμούν ότι η προσέγγιση της Ρωσίας του Βλάντιμιρ Πούτιν με την Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι κάτι πρόσκαιρο που πρόκειται να λήξει ή να ατονίσει σύντομα, ας το ξανασκεφτούν. Διότι τα σημάδια, όπως εξελίσσονται, δείχνουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση της στρατηγικής δηλαδή εμβάθυνσης των ρωσοτουρκικών δεσμών. Τα οικονομικά μεγέθη είναι πλέον πολύ μεγάλα (στους τομείς της ενέργειας με τον αγωγό TurkStream και τις πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ακούγιου, του τουρισμού, των εμπορικών συναλλαγών) μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας για να μπορεί να τα αγνοήσει κανείς. Και δεν είναι μόνο η Τουρκία που αντλεί «στήριξη» από τους Ρώσους. Είναι και η Ρωσία που βρίσκει «διέξοδο» σε μια αγορά 80 εκατομμυρίων όπως είναι η τουρκική, μια «αγορά» ΝΑΤΟική, «συνορεύουσα» με τη Ρωσία και γεωγραφικά-γεωπολιτικά κομβική για τους σχεδιασμούς και τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Η βουλγάρικη ολιγωρία για τον TurkStream βάζει εκ νέου στο κάδρο την Ελλάδα;
Ο αγωγός φυσικού αερίου TurkStream αναμένεται να εγκαινιαστεί στην Κων/πολη στις αρχές του 2020. Η ολιγωρία με την οποία προσεγγίζει η Βουλγαρία το συγκεκριμένο έργο έχει ωστόσο δημιουργήσει έντονη ενόχληση στη ρωσική πλευρά, σε τέτοιο σημείο μάλιστα ώστε να ακούγονται και φωνές που υποστηρίζουν ότι ίσως θα έπρεπε να γίνουν εκ νέου συζητήσεις με την Ελλάδα για το ενδεχόμενο ο εν λόγω αγωγός να περάσει τελικώς από ελληνικό έδαφος και όχι από το έδαφος της Βουλγαρίας.

Στα μάτια πολλών πίσω στη Ρωσία, η στάση που επιλέγει πλέον να κρατά η Τουρκία απέναντι στο ΝΑΤΟ και στη Δύση (μέσα από κινήσεις όπως είναι η προσέγγιση με τη Μόσχα, η αγορά των ρωσικών S-400, οι ανταλλαγές «πυρών» με το αμερικανικό Κογκρέσο κ.ά.) αποτελεί δείγμα «εθνικής κυριαρχίας» ή «εθνικής χειραφέτησης» και υπό αυτήν την έννοια καλωσορίζεται. Υπό το πρίσμα της ρωσοτουρκικής προσέγγισης έχουν, όμως, αρχίσει να λειαίνονται και κάποιες από τις αιχμές των ρωσικών ανακοινώσεων για τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, με τις εν λόγω ανακοινώσεις να γίνονται πλέον, όσο περνάει ο καιρός, περισσότερο «ήπιες» απέναντι στην Άγκυρα.

«Ενδονατοϊκό» θέμα οι ελληνοτουρκικές διαφορές για τη Ρωσία
Για τη Μόσχα, οι ελληνοτουρκικές διαφορές αντιμετωπίζονται άλλωστε πλέον ως θέμα «ενδονατοϊκό». Υπό το πρίσμα των ΝΑΤΟικών δεσμών, απορρίπτεται και η κριτική που μπορεί να ασκηθεί στη Ρωσία από την ελληνική πλευρά για το θέμα της πώλησης των S-400 στους Τούρκους. Διότι εάν υπάρχουν σύμμαχοι της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ που πωλούσαν και συνεχίζουν να πωλούν οπλικά συστήματα στην Τουρκία, μια χώρα που τυγχάνει επίσης σύμμαχος της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, τότε με ποιο επιχείρημα θα μπορούσε ένας Έλληνας να εγκαλέσει τους «εκτός συμμαχίας» Ρώσους όταν κάνουν το ίδιο.

Από την πλευρά της ρωσικής διπλωματίας πάντως εκτιμάται ως σημαντική και αποτιμάται θετικά η «ισορροπημένη» στάση της Ελλάδας απέναντι στη Ρωσία. Η πάγια θέση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι ότι η Ρωσία θα πρέπει να αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, όπως υπογράμμισε άλλωστε και ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας Νίκος Δένδιας κατά την τελευταία του επίσκεψη στη Μόσχα στις αρχές Νοεμβρίου.

Στις τάξεις της ΕΕ, ωστόσο, η Ρωσία διαθέτει πλέον και άλλους «φίλους», «φίλους» όπως είναι για παράδειγμα η Αυστρία, η Ουγγαρία κ.ά., όπερ σημαίνει ότι εάν θέλει να αναζητήσει «γέφυρες», υπάρχουν και άλλες πέρα από τις ελληνικές. Η Ελλάδα είναι όντως «σε θέση να καταστεί ιδιαιτέρως χρήσιμη στη Ρωσία -εφόσον και αυτή το κρίνει- στη δημιουργία των απαραίτητων κατανοήσεων, στην επίλυση υπαρχουσών διαφορών, στην κατανόηση των μέτρων που είναι αναγκαίο να ληφθούν, ώστε να προχωρήσουμε σε μια συνολική ομαλοποίηση (σ.σ. των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και ΕΕ)», όπως έχει δηλώσει ο κ. Δένδιας. Η Ελλάδα όμως δεν είναι ούτε η μόνη χρήσιμη, ούτε η μόνη κατέχουσα κάποια προνομιακή θέση έναντι των υπολοίπων.

Ρωσική ενόχληση για Μητσοτάκη και κινήσεις Ελλήνων διπλωματών

Το γεγονός, βέβαια ότι οι Ευρωπαίοι (της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης) συνεχίζουν, ακόμη και διστακτικά κάποιοι εξ αυτών, να επικυρώνουν/συνυπογράφουν κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας είναι κάτι που προφανώς και ενοχλεί τη Μόσχα. Με σχετική ενόχληση θα γινόταν, όμως, δεκτή πίσω στη Μόσχα και η πρόσφατη δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στους Financial Times ότι «ανησυχούσε, ανησυχεί και θα συνεχίσει να ανησυχεί» για τη ρωσική παρέμβαση στα Βαλκάνια.

Όπως άλλωστε με ενόχληση έγινε δεκτή στη Μόσχα και η κίνηση του πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόδωρου να προβεί σε δήλωση αναγνώρισης της αυτοκέφαλης (ή σχισματικής σύμφωνα με το ρωσικό πατριαρχείο) εκκλησίας της Ουκρανίας έχοντας όμως στο πλευρό του Έλληνες διπλωμάτες (εν προκειμένω τον Έλληνα πρέσβη Νίκο Γαριλίδη και τον γενικό πρόξενο της Ελλάδας στο Κάιρο, Γιώργο Δασκαλόπουλο), όπως επιλέγουν να υπογραμμίζουν ρωσικοί κύκλοι, όχι θρησκευτικοί αλλά πολιτικοί. Στα μάτια ορισμένων, η παρουσία Ελλήνων διπλωματών δίπλα στον Θεόδωρο ήρθε να διαψεύσει (ή τουλάχιστον να δημιουργήσει αμφιβολίες αναφορικά με) όσα είχε δηλώσει ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, κατά την τελευταία του επίσκεψη στη Μόσχα στις αρχές του περασμένου Νοεμβρίου: ότι δηλαδή «η σημερινή ελληνική Πολιτεία… δεν επεμβαίνει στα στενά εκκλησιαστικά θέματα».

ΠΗΓΗ: ethnos.gr