Οι μισθοφόροι εξακολουθούν να είναι παρόντες στη Λιβύη, οι διαιρέσεις ξανάρχονται στην επιφάνεια και η διεξαγωγή κρίσιμων εκλογών τον Δεκέμβριο γίνεται όλο πιο αμφίβολη: έπειτα από μια βελτίωση της κατάστασης στην αρχή της χρονιάς και την ανάδειξη μιας νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, η Λιβύη βυθίζεται και πάλι στην αβεβαιότητα.

«Ο μήνας του μέλιτος της λιβυκής κυβέρνησης εθνικής ενότητας τελείωσε», συνοψίζει μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Εμαντεντίν Μπαντί, ειδικός της οργάνωσης Global Initiative που έχει την έδρα της στη Γενεύη.

Εντούτοις, έπειτα από μια δεκαετία αποτυχημένων προσπαθειών για να βγει η Λιβύη από το χάος, ο σχηματισμός αυτής της νέας κυβέρνησης, έπειτα από μια πολιτική διαδικασία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, είχε δώσει κάποιες ελπίδες.

Ξεπερνώντας τα χρόνια του πολέμου ανάμεσα στις αντίπαλες εξουσίες των δυτικών και των ανατολικών περιφερειών της χώρας, η κυβέρνηση του Αμπντελχαμίντ Ντμπεϊμπά έλαβε τον Μάρτιο μια «ιστορική», όπως χαρακτηρίσθηκε, ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο και μπόρεσε να αναλάβει τα καθήκοντά της στην Τρίπολη χωρίς συγκρούσεις.

Στο πλευρό ενός τριμελούς Προεδρικού Συμβουλίου, της ανατέθηκε να ενοποιήσει τους θεσμούς, να βγάλει τη χώρα από μια διεθνοποιημένη σύγκρουση και να φέρει σε πέρας τη μετάβαση μέχρι τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές της 24ης Δεκεμβρίου.

Για εβδομάδες, η Τρίπολη αποτέλεσε τη σκηνή ενός διπλωματικού μπαλέτου. Όμως έπειτα απ’ αυτή τη «χωρίς προηγούμενο πρόοδο (…), εισήλθαμε και πάλι σε μια νέα φάση αμφιβολίας, με αναζωπύρωση των διαιρέσεων ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση», λέει ο πολιτειολόγος Ιμάντ Τζαλούλ.

– Επίδειξη δύναμης –

Η πιο πρόσφατη ένδειξη του γεγονότος αυτού ήταν η επίδειξη δύναμης το περασμένο σαββατοκύριακο δεκάδων ενόπλων που εισέβαλαν σε ξενοδοχείο της Τρίπολης που χρησιμεύει ως γενικό επιτελείο του Προεδρικού Συμβουλίου για να διαμαρτυρηθούν για την έκκληση της υπουργού Εξωτερικών Νάζλα αλ-Μανγκούς για την αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συνολικά περίπου 20.000 μισθοφόροι και ξένοι μαχητές εξακολουθούν να βρίσκονται στη Λιβύη: Ρώσοι της ιδιωτικής εταιρείας Wagner, μισθοφόροι από το Τσαντ, το Σουδάν, τη Συρία… Και επιπλέον εκατοντάδες τούρκοι στρατιωτικοί που είναι παρόντες στο πλαίσιο μιας διμερούς συμφωνίας η οποία είχε συναφθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση της Τρίπολης.

Χάρη σ’ αυτή τη συμφωνία, η Άγκυρα είχε βοηθήσει στρατιωτικά το στρατόπεδο της Τρίπολης να αποφύγει μια μεγάλη επίθεση εναντίον της πρωτεύουσας ενορχηστρωμένη από τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, τον ισχυρό άνδρα της Ανατολικής Λιβύης που υποστηρίζεται από τη Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Η επικεφαλής της λιβυκής διπλωματίας, η οποία κατάγεται από τη Βεγγάζη (Ανατολική Λιβύη), κάλεσε πρόσφατα την Άγκυρα να «συνεργαστεί για να τεθεί τέλος στην παρουσία όλων των ξένων δυνάμεων», περιλαμβανομένων των τουρκικών, προκαλώντας επικρίσεις στη Δυτική Λιβύη και αιτήματα να παραιτηθεί.

Ο αμφιλεγόμενος θρησκευτικός ηγέτης Σαντέκ αλ-Γαριάνι, ο οποίος αυτοπαρουσιάζεται ως ο Μουφτής της Λιβύης, δήλωσε πως «δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τι έκαναν οι Τούρκοι για μας, όποιος αρνείται την ευμένειά τους δεν αξίζει τον σεβασμό μας».

«Καμιά σχέση»

Τα πρώτα αρνητικά σημάδια εμφανίσθηκαν ήδη στις 26 Απριλίου, όταν η νέα κυβέρνηση αναγκάσθηκε να αναβάλει επ’ αόριστον μια συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου στη Βεγγάζη — συνεδρίαση που επρόκειτο να σηματοδοτήσει την πρώτη επίσκεψη του Ντμπεϊμπά στην Ανατολική Λιβύη.

Η αιτία της αναβολής ήταν το γεγονός ότι τα μέλη των υπηρεσιών ασφαλείας, στα οποία είχε ανατεθεί η προετοιμασία της επίσκεψης, υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στην Τρίπολη μόλις προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο της Βεγγάζης.

Διότι αν και θεωρητικά η κυβέρνηση Ντμπεϊμπά έχει εξουσία στο σύνολο της επικράτειας, οι υποστηρικτές του Χαφτάρ δεν έχουν δηλώσει υποταγή και συνεχίζουν να ελέγχουν τις ανατολικές περιοχές και ένα τμήμα του Νότου.

Απόδειξη είναι το γεγονός ότι ο Εθνικός Λιβυκός Στρατός (ΕΛΣ) του στρατάρχη Χαφτάρ δήλωσε έτοιμος «να υποδεχθεί μια συνεδρίαση της κυβέρνησης στο κομμάτι που ελέγχει», διευκρινίζοντας παράλληλα πως δεν έχει «καμιά σχέση με την προσωρινή κυβέρνηση».

Μπροστά στις πληγές που αρνούνται να επουλωθούν, «οι πιθανότητες της κυβέρνησης να οργανώσει εκλογές μέσα σε λιγότερο από επτά μήνες είναι πολύ μικρές», προειδοποιεί ο Ιμάντ Ζαλούλ.

Και ο φαύλος κύκλος είναι γνωστός: η μη διεξαγωγή των εκλογών μέσα στις προθεσμίες θα «εκτροχιάσει την πολιτική και θεσμική επανένωση», με κίνδυνο «να ριζώσουν μακροπρόθεσμα ξένες δυνάμεις (…), να υπάρξουν ένας νέος κατατεμαχισμός και επιστροφή στις συγκρούσεις», έγραψε ο ερευνητής Μοχάμεντ Ελτζάρχ στον ιστότοπο Al-Monitor.