Της Νικόλ Λειβαδάρη

Τo θέμα για την Αθήνα δεν είναι το εάν, ούτε το πότε θα ξεκινήσουν οι διερευνητικές επαφές με την Τουρκία. Το «σήμα» εκκίνησης από το Βερολίνο – το οποίο εξακολουθεί να διατηρεί τον ρόλο του βασικού διαμεσολαβητή – έχει ήδη σταλεί, η πρωτοβουλία από την Αγκυρα αναμένεται πλέον από μέρα σε μέρα, και παρ’ ότι η ελληνική πλευρά θα προτιμούσε ο διάλογος να ξεκινήσει μετά τις 20 Ιανουαρίου και την επίσημη ανάληψη καθηκόντων στον Λευκό Οίκο από τον Τζο Μπάιντεν, δεν αποκλείεται ο 61ος γύρος των διερευνητικών επαφών να αρχίσει νωρίτερα.

Το βασικό ζητούμενο και ερώτημα όμως είναι με ποιους όρους, σε ποιο πλαίσιο και με ποια ατζέντα θα ξεκινήσουν αυτές οι διερευνητικές επαφές, που εμπεριέχουν δύο προφανείς κινδύνους: Είτε να αποτύχουν εν τη γενέσει τους εάν η τουρκική πλευρά κρίνει σκόπιμο να κάνει νέα επίδειξη προκλητικότητας, είτε να φέρουν την Αθήνα ενώπιον ακόμη και θεμάτων κυριαρχίας, με δεδομένη την επιμονή της Αγκυρας σε διάλογο εφ όλης της ύλης – έναν διάλογο, στον οποίον εντάσσει από τα «αμφισβητούμενα ύδατα» έως την αποστρατικοποίηση των νησιών.

Οι κίνδυνοι αυτοί έχουν επισημανθεί αρμοδίως στο Βερολίνο, που ωστόσο θεωρεί ότι η απόσυρση του Oruc Reis, και κυρίως η τουρκική δέσμευση πως το ερευνητικό πλοίο θα επιχειρεί για το επόμενο εξάμηνο έξω από την ελληνική υφαλοκρηπίδα, ικανοποιεί πλήρως το αίτημα της Αθήνας για «έμπρακτη αποκλιμάκωση» προκειμένου να αρχίσει ο διάλογος.

Σύμφωνα, δε, με τις πληροφορίες, η φόρμουλα που προωθείται από την γερμανική καγκελαρία είναι η έναρξη των διερευνητικών χωρίς – επισήμως τουλάχιστον – προκαθορισμένη ατζέντα, προκειμένου ακριβώς να διαμορφωθεί το πλαίσιο του διαλόγου. Παρασκηνιακά όμως, διπλωματικοί κύκλοι στην Αθήνα θεωρούν δεδομένο ότι «δουλεύονται κάποια κείμενα» και υπενθυμίζουν το έγγραφο του Βερολίνου – το κείμενο, που είχε συμφωνηθεί το καλοκαίρι μεταξύ της διπλωματικής συμβούλου του πρωθυπουργού Ελένης Σουρανή και του εκπροσώπου της τουρκικής προεδρίας Ιμπραίμ Καλίν ως βάση εκκίνησης των διερευνητικών επαφών.

Εκείνο το έγγραφο, σύμφωνα με πληροφορίες που δεν έχουν διαψευστεί, περιλάμβανε εκτός από το πλαίσιο αποκλιμάκωσης και συγκεκριμένο οδικό χάρτη προσέγγισης των δύο πλευρών.

Κατά τα μηνύματα που έρχονται από το Βερολίνο το εν λόγω έγγραφο εξακολουθεί να αποτελεί ικανοποιητική αφετηρία για την «θετική ατζέντα» που επιδιώκει η Ευρώπη σε σχέση με την Τουρκία και το ερώτημα που έχει ενδιαφέρον να απαντηθεί είναι εάν περιλαμβάνει και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για προσφυγή στην Χάγη όπως παγίως ζητά η πλευρά Ερντογάν.

Στο υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο παραμένει πιο επιφυλακτικό σε σχέση με το Μαξίμου ως προς τους όρους της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, επικρατεί έντονος προβληματισμός και για την προοπτική της πολυμερούς διάσκεψης για την ανατολική Μεσόγειο που επίσης ζητά επίμονα η Αγκυρα και έχει μπει οριστικά στο τραπέζι με πρωτοβουλία του ευρωπαϊκού διδύμου Σαρλ Μισέλ και Ζοζέπ Μπορέλ.

Διπλωματικές πηγές θεωρούν ότι μια τέτοια διάσκεψη ενέχει σοβαρές παγίδες και κινδύνους την ώρα που θα «τρέχουν» παράλληλα οι διερευνητικές επαφές Ελλάδας-Τουρκία και ο νέος γύρος συνομιλιών για το κυπριακό, ωστόσο εδώ η εμπλοκή του Μαξίμου φαίνεται να έχει υπερβεί τις κινήσεις του υπουργείου Εξωτερικών.

Με αυτά τα δεδομένα, οι εξελίξεις παρακολουθούνται στενά και από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης η οποία , επί της αρχής, είναι θετική μεν στον διάλογο αλλά θεωρεί ότι πλέον, μετά και τους χειρισμούς της κυβέρνησης τον τελευταίο χρόνο, η Ελλάδα προσέρχεται στο τραπέζι ως «διπλωματικά ηττημένη».

Με αφετηρία, δε, αυτήν την διαπίστωση, πηγές του ΣΥΡΙΖΑ τονίζουν ότι οι διερευνητικές επαφές δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να αγγίξουν ζητήματα κυριαρχίας και τονίζουν πως, εάν ήδη έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο πλαίσιο και όροι διαλόγου, θα πρέπει προηγουμένως να ενημερωθούν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης.