Του Martin Sandbu

Oποιοσδήποτε, όπως εγώ, ήταν φοιτητής στη δεκαετία του 1990 θα θυμάται πώς ήταν της μόδας τότε το να διαδηλώνεις κατά των διεθνών οργανισμών.

Μια εικόνα που έχει μείνει στη μνήμη μου είναι αυτή μιας νεαρής γυναίκας που κράδαινε τη φιγούρα ενός τρικέφαλου τέρατος που απεικόνιζε (όπως παραδέχτηκε στα μέσα ενημέρωσης) το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου να κατασπαράσσουν τους φτωχούς του κόσμου.

Αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόταν σήμερα. Όταν συγκρίνει κανείς τα προτεινόμενα μέτρα στις τελευταίες εαρινές συνόδους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Tράπεζας σε σχέση με αυτά που προκαλούσαν την οργή των φοιτητών πριν από έναν αιώνα, διαπιστώνει μια μεταστροφή πιο ριζική και από αυτήν του Aπόστολου Παύλου στον χριστιανισμό στον δρόμο προς τη Δαμασκό.

Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Ταμείο επικρίθηκαν τη δεκαετία του 1980 και 1990 επειδή έβαλαν τους φτωχούς να πληρώσουν για την παροχή βασικής υγειονομικής περίθαλψης ή γιατί υπέθεταν ότι τα ελλείμματα ήταν κακά για την ανάπτυξη.

Αυτά αποτελούν εδώ και καιρό παρελθόν. Αυτή είναι η νέα συναίνεση της Ουάσιγκτον:

Μεγάλες δαπάνες για τη δημόσια υγεία. Η δημοσιονομική σύνεση, επί μακρόν βασικό συστατικό στις συνταγές του ΔΝΤ δεν αφορά πλέον τη συγκράτηση των δημοσιονομικών δαπανών αλλά την αξιοποίηση τους με τον καλύτερο τρόπο – και την πραγματοποίηση δαπανών εκεί που μπορεί να βρεθεί μεγαλύτερη αξία.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνει ότι είναι δυνατό για την παραγωγή και τη διανομή εμβολίων σε παγκόσμια κλίμακα. Η έκθεση Fiscal Monitor του ΔΝΤ υπολογίζει ότι για να τεθεί η πανδημία παντού υπό έλεγχο θα χρειαστεί «η άντληση επιπλέον $1 τρισ. φορολογικών εσόδων στις ανεπτυγμένες οικονομίες ως το 2025 και η αύξηση της δημοσιονομικής στήριξης». Με άλλα λόγια, οι πόροι που θα δαπανήσουν οι κυβερνήσεις στους εμβολιασμούς θα αποφέρουν πολλαπλάσια αξία.

Το Ταμείο υποστηρίζει επίσης ένθερμα τις δαπάνες για την παιδεία, ώστε να αποκατασταθούν τα κενά στη διδασκαλία κατά τη διάρκεια της πανδημίας και να βοηθηθούν οι εργαζόμενοι να αντιμετωπίσουν διαρθρωτικές αλλαγές.

Οι οικονομολόγοι του διεθνούς οργανισμού δείχνουν ενίοτε να είναι ιδιαίτερα άνετοι με τα τεράστια ελλείμματα των πλούσιων χωρών. Το ΔΝΤ αντιμετωπίζει ευνοϊκά το πρόγραμμα διάσωσης μαμούθ των $1,9 τρισ. του προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν.

Όπως και άλλοι οργανισμοί και αναλυτές προβλέπει ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ θα είναι υψηλότερο την επόμενη χρονιά σε σχέση με ότι αναμενόταν πριν την πανδημία. Και θεωρεί ότι η ανεπαρκής δημοσιονομική τόνωση έχει μόνιμο κόστος: οι χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις δαπανούν λιγότερα χρήματα θα υποστούν μεγαλύτερες «πληγές» που θα περιορίσουν την μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα τους.

Το ΔΝΤ συνεχίζει το τροπάριο για τη δημοσιονομική σύνεση, αλλά αυτό σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό από ότι πριν από μια δεκαετία πόσο μάλλον πριν από μια γενιά. Είναι εντυπωσιακό ότι το Ταμείο εγκρίνει την «είσπραξη εισφορών» – αυτό που άλλοι μπορεί να αποκαλούν προσωρινούς φόρους αλληλεγγύης – από εύπορα άτομα και υπέρογκα εταιρικά κέρδη.

Τo μήνυμα από τα πάλαι ποτέ προπύργια του «νεοφιλελευθερισμού» είναι ότι για να γίνουν τα δημόσια οικονομικά βιώσιμα, οι εύποροι και αυτοί που έχουν ωφεληθεί από την πανδημία πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερο στον κοινό σκοπό. Το ΔΝΤ έφτασε μέχρι και να προτείνει να εξετάσουν οι πλούσιες χώρες φόρους καθαρής περιουσίας, απηχώντας κατά πως φαίνεται τους αριστερούς Αμερικανούς γερουσιαστές Μπέρνι Σάντερς και Ελίζαμπεθ Γουόρεν.

Η ανησυχία για την ανισότητα ήταν διάχυτη στις εαρινές συνόδους. Η βασική πρόκληση την οποία επέλεξε να αναδείξει το ΔΝΤ ήταν η «διαχείριση των αποκλίσεων στην ανάκαμψη» – μεταξύ των χωρών και μεταξύ κοινωνικών ομάδων στην κάθε χώρα – λόγω της πανδημίας και η νέα κανονικότητα όταν η οικονομίας ανακάμψουν από αυτή.

Πίσω στη δεκαετία του 1990, ήταν κοινός τόπος ότι η συναίνεση της Ουάσιγκτον αντανακλούσε τις προτεραιότητες των διεθνών οργανισμών που είχαν έδρα την πρωτεύουσα των ΗΠΑ και την αμερικανική κυβέρνηση – με την τελευταία να καθοδηγεί ουσιαστικά τους πρώτους.

Η συμμαχία αυτή παραμένει. Oι εκκλήσεις από διαφορετικές πλευρές για την επιστροφή σε ένα πιο παρεμβατικό κράτος ευθυγραμμίζονται με τη φιλοδοξία του Μπάιντεν να μιμηθεί τις μεταρρυθμίσεις του Νew Deal του Ρούσβελτ.

Αλλά είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς σήμερα ότι το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα απλά παπαγαλίζουν τις προτιμήσεις των ΗΠΑ, ακόμα και το αν βρίσκονται στην ίδια γραμμή με τον μεγαλύτερο μέτοχό τους κάνει τη ζωή τους πιο εύκολη.

Η στροφή στον τρόπο σκέψης των διεθνών οργανισμών οικονομικής πολιτικής προηγήθηκε χρονικά αυτής της αμερικανικής κυβέρνησης. Και η σχέση μπορεί να είναι αμφίδρομη. Ο Λευκός Οίκος δεν λαμβάνει οδηγίες από τους διεθνείς οργανισμούς που έχουν την έδρα τους μερικά τετράγωνα προς τα δυτικά. Αλλά δεν ενοχλεί τον Μπάιντεν που οι διεθνείς προστάτες της οικονομικής ορθοδοξίας έχουν ενστερνιστεί το πιο ριζοσπαστικό αμερικανικό πρόγραμμα των τελευταίων γενιών, ειδικά όταν κάποιοι Αμερικανοί ρίχνουν φίλια πυρά.

Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού – αλλά αυτό που είναι εφικτό συχνά καθορίζεται από το τι θεωρείται δέον. Η νέα συναίνεση της Ουάσιγκτον μπορεί να αποδειχθεί εξίσου πολιτικά ισχυρή με την προηγούμενη.