Tου Tony Barber

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη δυτική δημοκρατία, η Γερμανία είναι συνώνυμη με την πολιτική σταθερότητα, τη μετριοπάθεια και τη συνέχεια. Aπό τότε που ιδρύθηκε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, το 1949, μόνο οκτώ καγκελάριοι από δύο πολιτικά κόμματα έχουν κυβερνήσει τη χώρα: πέντε Χριστιανοδημοκράτες και τρεις Σοσιαλδημοκράτες. Όταν η καγκελάριος Μέρκελ αποχωρήσει μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, θα έχει κυβερνήσει για 16 σχεδόν χρόνια, τα 12 από τα οποία με «μεγάλους συνασπισμούς».

Οι εκλογές αυτές, όμως, οδηγούν τη γερμανική πολιτική σε μια απρόβλεπτη κατεύθυνση. Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα διέρχεται κρίση, έχει πληγεί από σκάνδαλα διαφθοράς και δυσκολεύεται να βρει έναν πειστικό υποψήφιο για να διαδεχθεί τη Μέρκελ. Η κυβέρνηση προσπαθεί να δαμάσει την κρίση και να ξανανοίξει την οικονομία. Ο κεντρώος προσανατολισμός και το προσωπικό κύρος της Μέρκελ βοήθησαν την ίδια, αλλά διέβρωσαν την ικανότητα του κόμματός της να βρει νέες ιδέες.

Ο κατακερματισμός της μεταπολεμικής πολιτικής τάξης στην εποχή της Μέρκελ κάνει δύσκολες τις προβλέψεις για το ποιος συνδυασμός κομμάτων θα αναλάβει την εξουσία μετά τις εκλογές. Δεν είναι όμως πλέον απίθανο η CDU να περάσει στην αντιπολίτευση. Είναι πιθανό, αντιθέτως, η επόμενη κυβέρνηση να περιλαμβάνει τους Πράσινους, που έχουν επωφεληθεί από την πτώση των Σοσιαλδημοκρατών.

Για τον λόγο αυτό, αξίζει να δώσει κανείς προσοχή στο εκλογικό πρόγραμμα των Πρασίνων που δόθηκε στη δημοσιότητα τον περασμένο μήνα. Το κόμμα αυτό, εφόσον βρεθεί στην εξουσία, κι ακόμη περισσότερο αν από τις τάξεις του προέλθει ο επόμενος καγκελάριος, θα προκαλέσει αλλαγές στην εξωτερική πολιτική, την οικονομική πολιτική και την ασφάλεια. Ο διεθνής ρόλος της Γερμανίας, άλλωστε, καθορίζεται σήμερα από την καγκελαρία, και όχι από το Υπουργείο Εξωτερικών, όπου τοποθετείται συνήθως ένας πολιτικός από τον ελάσσονα κυβερνητικό εταίρο.

Οι Πράσινοι θέλουν, για παράδειγμα, να σταματήσουν την κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2, που σχεδιάζεται να μεταφέρει ρωσικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη. Η θέση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε περιβαλλοντικούς, αλλά και σε γεωπολιτικούς λόγους. Στο θέμα αυτό, οι Πράσινοι είναι πιο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους ανατολικούς γείτονες της Γερμανίας, όπως η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής.

Οι Πράσινοι είναι επίσης σκληρότεροι από άλλα κόμματα απέναντι στην Κίνα. Ελπίζουν να συνεργαστούν με το Πεκίνο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά δεν μασάνε τα λόγια τους όταν πρόκειται για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Θιβέτ, τη Σιντζιάνγκ και το Χονγκ Κονγκ. Ηταν το μόνο κόμμα που αντιτάχθηκε πέρυσι στην απόφαση της Μέρκελ να επισπεύσει την έγκριση μιας επενδυτικής συμφωνίας ανάμεσα στην ΕΕ και την Κίνα, η οποία πρέπει τώρα να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αλλά και στην οικονομική πολιτική οι Πράσινοι σκοπεύουν να συγκρουστούν με ορισμένες από τις «ορθοδοξίες» της εποχής Μέρκελ. Ζητώντας τη μεταρρύθμιση του λεγόμενου «φρένου χρέους», αμφισβητούν έναν βασικό πυλώνα της γερμανικής δημοσιονομικής πολιτικής στην εποχή της κρίσης. Υποστηρίζουν επίσης λιγότερο αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες προκειμένου να αυξήσουν τις επενδύσεις στις διαδικτυακές συνδέσεις υψηλής ταχύτητας, όπου η Γερμανία υστερεί σε σχέση με άλλες χώρες της ΕΕ.

Οι Πράσινοι ασκούν δύο βασικές κριτικές στη μακρά διακυβέρνηση της χώρας από την CDU. Η μία είναι ότι το κόμμα της Μέρκελ απέφυγε τις σοβαρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις, προτιμώντας να εκμεταλλευθεί την ευημερία που προκάλεσαν οι πρωτοβουλίες των κυβερνήσεων SPD-Πρασίνων για το κοινωνικό κράτος και την αγορά εργασίας την εποχή 1998-2995. Η δεύτερη κριτική είναι ότι η γερμανική πολιτική απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία είναι υπερβολικά συνδεδεμένη με επιχειρηματικά συμφέροντα και δεν αντιμετωπίζει τις γεωπολιτικές προκλήσεις των αυταρχικών δυνάμεων προς την Ευρώπη.

Το κατά πόσον οι Πράσινοι θα αλλάξουν πράγματα θα εξαρτηθεί από το εκλογικό αποτέλεσμα και από το αν, και με ποιον, θα κυβερνήσουν. Ο Nord Stream 2, το φρένο χρέους και το μεταναστευτικό είναι τα τρία ενδεχόμενα εμπόδια μιας συγκυβέρνησης CDU-Πρασίνων. Οι θέσεις τους για το χρέος και τη φορολογία βρίσκουν αντίθετους και τους Φιλελεύθερους, πράγμα που θα δυσκολέψει τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης με τα χρώματα του φωτεινού σηματοδότη.

Οι γερμανικές κυβερνήσεις είναι πάντα συμμαχικές. Αν οι Πράσινοι θέλουν να ασκήσουν εξουσία, πρέπει να κάνουν συμβιβασμούς. Και οι σύμμαχοι της Γερμανίας θα παρακολουθούν για να δουν πόσες παραχωρήσεις θα κάνει το κόμμα αυτό για να επιστρέψει στην εξουσία.

(*) O Τόνι Μπάρμπερ είναι αρθρογράφος των Financial Times