Tου Miles Johnson

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Silicon Valley, που δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στις Βρυξέλλες, έμαθαν αυτή την εβδομάδα πως τώρα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να μπουν σε μια ευρωπαϊκή «hit list», στο πλαίσιο μιας προσπάθειας των ρυθμιστικών αρχών να περιορίσουν τη δύναμή τους στην αγορά.

Μεταξύ των εταιρειών που μπορεί να μπουν στο «στόχαστρο», υπάρχει μία που θα είχε σημαντικό συμβολισμό για αυτούς που παρακολουθούν τον ευρωπαϊκό τεχνολογικό κλάδο: η Booking Holdings.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι λένε πως οι Βρυξέλλες δε έχουν κατονομάσει ξεκάθαρα τις εταιρείες για τις οποίες θα ισχύσουν αυστηρότεροι κανόνες, λέγοντας αντιθέτως πως θα παρουσιάσουν κριτήρια για την ένταξη στη «hit list». Αλλά η μητρική της Booking.com δυνητικά βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω του μεγέθους και της εμβέλειάς της στην online αγορά υπηρεσιών κατάλυσης.

Η ένταξη μιας εκ των μεγαλύτερων «χαμένων ευκαιριών» της Ευρώπης στον τεχνολογικό κλάδο θα τόνιζε τις άθλιες επιδόσεις της Ευρώπης στη δημιουργία κλαδικών ηγετών που να μπορούν να ανταγωνιστούν αυτούς των ΗΠΑ και της Κίνας.

Η Booking είναι εισηγμένη στις ΗΠΑ, αλλά ιδρύθηκε στην Ολλανδία και αγοράστηκε από την Priceline το 2005 προς 133 εκατ. δολάρια. Η συμφωνία ήταν αναμφισβήτητα μια από τις πιο επιτυχημένες τεχνολογικές εξαγορές όλων των εποχών, με την Priceline στο τέλος να αλλάζει το όνομά της σε Booking, καθώς η εταιρεία έφτασε να φέρνει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της.

Είναι το μεγαλύτερο online ταξιδιωτικό πρακτορείο του κόσμου, με αξία 75 δισ. δολάρια και αντιπροσωπεύει περίπου το 40% των παγκόσμιων εσόδων των online ταξιδιωτικών πρακτορείων. Αν συνδυαστεί με ανταγωνιστές όπως η Expedia και η κινεζική Ctrip, στην οποία η Booking κατέχει ποσοστό, οι τρεις εταιρείες θα αντιπροσώπευαν περίπου το 80% των παγκόσμιων εσόδων των μεγαλύτερων εισηγμένων συμμετεχόντων στην αγορά. Αν και η κυριαρχία της στην αγορά δεν μοιάζει με αυτήν της Google, ο κλάδος είναι συγκεντρωμένος και είναι πολύ δύσκολο για τις μικρότερου μεγέθους εταιρείες να ανταγωνιστούν.

Υπάρχουν, βεβαίως, ορισμένες ευρωπαϊκές εταιρείες που έχουν φτάσει παρόμοια παγκόσμια κλίμακα, όπως η γερμανική SAP και η σουηδική Spotify. Από εκεί και πέρα, ο κατάλογος αρχίζει να μικραίνει. Η ιστορία της Wirecard, που κάποτε αποτελούσε τη μεγάλη ελπίδα για το ευρωπαϊκό fintech, καλύτερα να μην αναφερθεί, μετά την κατάρρευσή της.

Οι λόγοι για τους οποίους δεν υπάρχουν άλλοι ευρωπαϊκοί τεχνολογικοί πρωταθλητές είναι πολλοί και περίπλοκοι. Αλλά υπάρχει μια διαρκής ένταση στην καρδιά της προσέγγισης της ΕΕ προς την τεχνολογία και την καινοτομία. Θεωρεί τις ισχυρές αμερικανικές εταιρείες με βαθιά καχυποψία, ενώ την ίδια στιγμή ονειρεύεται μια μέρα να καλλιεργήσει «σπιτικούς» ομίλους που θα μπορούσαν να τις ανταγωνιστούν.

Μια αράδα στο περυσινό προσχέδιο του προγράμματος της Κομισιόν για τη «Διαμόρφωση του ψηφιακού μέλλοντος της Ευρώπης» δήλωνε πως θα στόχευε να βοηθήσει ευρωπαϊκές εταιρείες «να γίνουν η επόμενη γενιά του big tech», σύμφωνα με δημοσίευμα του Wired. Η αράδα αυτή φέρεται να αφαιρέθηκε από την τελική εκδοχή του προσχεδίου, υποθέτουμε λόγω της αμηχανίας που προκαλούν οι λέξεις «big tech».

Αν, όπως έχει υποσχεθεί ο επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς Thierry Breton, η ΕΕ θέλει να «χτίσει ένα ευρωπαϊκό ψηφιακό οικοσύστημα», τότε θα πρέπει να νιώσει πιο άνετα με το μεγάλο μέγεθος στην τεχνολογία, ως ενός κρίσιμης σημασία και απαραίτητου συστατικού για την επιτυχία. Δεν αρκεί να εναποθέτει τις ελπίδες της μόνο στην καινοτομία.

Με τη λογική των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών, μια εταιρεία όπως η Booking θα μπορούσε να κριθεί ότι καταχράται τη δύναμή της στην αγορά σε βάρος των αντιπάλων.

Ένα κομμάτι του επιχειρηματικού μοντέλου της Booking που δεν έχει γίνει σωστά κατανοητό είναι το γεγονός πως το πλεονέκτημά της στην Ευρώπη πηγάζει από τις ιδιαιτερότητες της κατακερματισμένης ξενοδοχειακής αγοράς της ηπείρου. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία έχουν πολύ χαμηλότερη διείσδυση ξενοδοχειακών αλυσίδων απ’ ό,τι οι ΗΠΑ. Στην Ιταλία, μόνο το 4,2% των ξενοδοχείων αποτελούν μέρος αλυσίδων, και στη Γερμανία μόνο το 9,7%, σύμφωνα με τη Horwath HTL. Στις ΗΠΑ, οι αλυσίδες ελέγχουν περίπου το 70% των ξενοδοχείων.

Αυτός ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς σημαίνει πως είναι πολύ δυσκολότερο οι ανταγωνιστές να επιχειρήσουν να αναδημιουργήσουν τις σχέσεις με τα χιλιάδες μικρά ξενοδοχεία boutique που διαθέτει ήδη η Booking. Ακόμα και η Google δεν έχει μέχρι τώρα καταφέρει να «σφετεριστεί» την άμεση σχέση της με τα ξενοδοχεία, ενώ ανταγωνίζεται με την Booking στην κορυφή των αναζητήσεων.

Αλλά η εταιρεία είναι ακριβώς το είδος της κυρίαρχης online πλατφόρμας που η Ευρώπη ίσως πρέπει να αποδεχθεί, αν θέλει να έχει εγχώριους ανταγωνιστές για τους μεγάλους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.

Ένας παραλληλισμός μπορεί να γίνει με την Airbus, η οποία αποτελεί μέρος ενός περιχαρακωμένου παγκόσμιου δυοπωλίου με την Boeing. Μπόρεσε να φτάσει στη θέση αυτή επιδοτούμενη και στηριζόμενη από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που ενθάρρυναν την προσπάθειά της για κυριαρχία στην αγορά. Λίγοι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα ονειρεύονταν σήμερα να υποστηρίξουν πως η Airbus θα έπρεπε να είχε διασπαστεί λόγω του μεγέθους της αντι-ανταγωνιστικότητάς της και του ότι συντρίβει την καινοτομία.

Αν η Ευρώπη θέλει να ανταγωνιστεί με τις ΗΠΑ και την Κίνα στα ανώτατα επίπεδα της τεχνολογίας, ίσως θα πρέπει να είναι πιο υποστηρικτική προς περισσότερους αναδυόμενους «πρωταθλητές».

Πηγή: FT.com