Παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν την κυβέρνηση και τον ίδιο τον πρωθυπουργό να έχει καλύψει ένα μεγάλο μέρος των απωλειών που υπήρξαν εξαιτίας της υπόθεσης των υποκλοπών, στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν πολύ καλά ότι η αυτοδυναμία μοιάζει με στόχο που έχει πολλά εμπόδια μπροστά του για να κερδηθεί .

Ο χειμώνας που έρχεται, ακόμα και αν τα μέτρα εφαρμοστούν έτσι όπως τα εξήγγειλε η κυβέρνηση, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για να αλλάξει το κλίμα στην κοινωνία.

Αντίθετα, πολλοί υποστηρίζουν ότι η καθημερινότητα των πολιτών με τις πολύ υψηλές τιμές στο σουπερ μάρκετ καθώς και τα θέματα της ενέργειας αναμένεται να επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Από την άλλη μια μικρή ομάδα στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, οι «αισιόδοξοι» εμφανίζονται να θεωρούν την αυτοδυναμία ένα ρεαλιστικό σχέδιο καθώς πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα βρεθεί στα θέματα της ενέργειας σε καλύτερη θέση από τις άλλες χώρες της Ευρώπης.

Θέτουν ωστόσο ως προϋπόθεση το αποτέλεσμα στην πρώτη κάλπη να αναδείξει ισχυρή επικράτηση της Ν.Δ. κάτι για το οποίο κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος, δεδομένου ότι μπορεί να επικρατήσει και η λογική της τιμωρητικής ψήφου από τους ψηφοφόρους της ΝΔ.

Πηγές του κυβερνώντος κόμματος έλεγαν πάντως ότι το επόμενο διάστημα η εκλογική στρατηγική της κυβερνητικής παράταξης θα επικεντρωθεί στο να μην υπάρξει η αντίληψη της χαλαρής ψήφου στην πρώτη κάλπη της απλής αναλογικής.

Οι ίδιοι άνθρωποι λένε ωστόσο ότι στην δεύτερη κάλπη τα πράγματα θα είναι διαφορετικά καθώς θα επικρατήσει πόλωση για το ποιο κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές.

«Η Ν.Δ. έχει το ίδιο προβάδισμα, 7-8-9 μονάδες. Είναι μια καλή αφετηρία για τις εκλογές. Έχουμε πει ότι θέλουμε να κυβερνήσουμε με απόλυτη πλειοψηφία και αυτό θα το ζητήσουμε από τους Έλληνες πολίτες. Αν μας ανταμείψουν, έχει καλώς. Αν όχι, θα πρέπει να σχηματίσουμε κάποια μορφή κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, η χώρα θα κυβερνηθεί» δήλωσε ο Πρωθυπουργός από τις Η.Π.Α., μιλώντας στο Council on Foreign Relations, τονίζοντας ότι εκτιμά πως το κόμμα του θα δυσκολευτεί αλλά θα τα καταφέρει .

Με την τοποθέτηση του αυτή ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε για μια ακόμη φορά το θέμα των κυβερνήσεων συνεργασίας. Ένα θέμα που όπως αποδεικνύεται αποτελεί και το μεγάλο αγκάθι για την κυβέρνηση .

Με δεδομένο πλέον ότι συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ θεωρείται αδύνατη εξαιτίας του θέματος των υποκλοπών, κάποια από τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος επιχειρούν να ανοίξουν τον δρόμο της συγκυβέρνησης με τον Κυριάκο Βελόπουλο.

Ο Μάκης Βορίδης προερχόμενος άλλωστε από το κόμμα του Γιώργου Καρατζαφέρη όπως και ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, με δηλώσεις του άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο φέρνοντας ένταση στο κεντροδεξιό κομμάτι της ΝΔ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και μόνο η συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα έφερε ένταση στο κυβερνητικό επιτελείο καθώς οι στενοί του συνεργάτες θεωρούν ότι η ΝΔ πήρε την νίκη στις εκλογές του 2019 γιατί ένα μεγάλο ποσοστό κεντροδεξιών ψηφοφόρων πίστεψε στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Μια πιο δεξιά στροφή προς την Ελληνική Λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να δυσαρεστήσει ακόμα περισσότερο τους φιλελευθέρους ψηφοφόρους που εμφανίζονται ενοχλημένοι από την υπόθεση των υποκλοπών καθώς το θέμα αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με την δημοκρατία και τους θεσμούς.

Μετά τις αντιδράσεις που υπήρξαν πάντως στο κυβερνητικό στρατόπεδο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου, απάντησε όταν ρωτήθηκε για μια πιθανή συνεργασία με τον Κυριάκο Βελόπουλο ότι η ΝΔ «δεν την εξετάζει καθόλου. Να είμαι σαφής και κατηγορηματικός. Για να συνεργαστείς με κάποιον πρέπει να έχεις έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή σε θέματα αρχών, αξιών και προγραμματικά. Τέτοιος κοινός παρονομαστής με τον κ.Βελόπουλο δεν υπάρχει» και επανέλαβε ότι «δεν μπορεί να κοιτάζει ο ένας στη δύση και ο άλλος στην ανατολή».

Ο κ. Οικονόμου έκλεισε τη συζήτηση για συνεργασία ΝΔ- Ελληνικής Λύσης, δηλώνοντας: «Ούτε το σκέπτεται η κυβέρνηση, ούτε υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο».

Οι πιο ρεαλιστές επιμένουν πάντως ότι η υπόθεση των υποκλοπών έχει δημιουργήσει σοβαρές ρωγμές στο ακραιφνώς Μητσοτακικό κομμάτι της ΝΔ. Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε να επιχειρηθεί και ένα επικοινωνιακό μπαράζ απ’ όλα τα κυβερνητικά στελέχη με την λογική ότι οι υποκλοπές δεν αφορούν την κοινωνία η οποία έχει να αντιμετωπίσει σοβαρότερα προβλήματα όπως η ακρίβεια.