Tης Μαρία Μητσοπούλου

Ο προ ημερών πολιτικός καβγάς για το «ξεστοκάρισμα» του Τσίπρα ανέδειξε τον βαθμό στον οποίο το στενό κυβερνητικό επιτελείο είναι δεσμευμένο σε μια στρατηγική δαιμονοποίησης και «γραφικοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ.

Ανεξαρτήτως του αν ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ένα λεκτικό λάθος ή μετέφερε πρόχειρα τις συζητήσεις στα σόσιαλ μήντια ή συνειδητά επιχείρησε να στείλει διπλά μηνύματα, κ.ο.κ. το Μαξίμου «πέταξε» το σκέλος της δήλωσής του κατά το οποίο ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ενθάρρυνε ουσιαστικά τον εμβολιασμό με το εμβόλιο της Astra Zeneca επιχειρώντας να ενσωματώσει και τις όποιες επιφυλάξεις και τον κρέμασε στα μανταλάκια για το «ξεστοκάρισμα».

Στην πολιτική αυτά συμβαίνουν, ο πολιτικός ανταγωνισμός είναι σκληρός και ο κάθε πολιτικός παράγων έχει την απόλυτη ευθύνη των όσων λέει.

Από κει και πέρα, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι στο πλαίσιο μια στρατηγικής διαρκούς και παρατεταμένης πόλωσης το Μαξίμου και η ΝΔ απορρίπτουν τα όποια συναινετικά μηνύματα επιλέγει να στείλει ο Αλέξης Τσίπρας (προς το κεντρώο ακροατήριο σημειώνουμε προς αποφυγήν παρεξηγήσεων) και επιλέγουν να τα «κρύψουν» προς όφελος μιας εικόνας που έχουν αποφασίσει ότι θα φιλοτεχνούν για τον ΣΥΡΙΖΑ μέσω του επίσημου κυβερνητικού λόγου και μέσω των μήντια.

Στόχος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να παρουσιάζεται ως ένα μόρφωμα που στερείται σοβαρότητας, είναι ακραίος (πχ «κομμουνιστικός», «σταλινικός») ή «λαϊκιστικός» και άρα δεν μπορεί να εκφράσει τον μεσαίο χώρο σε αντίθεση με τη ΝΔ.

Αυτή η πολιτική – επικοινωνιακή στρατηγική μάλλον θα συνεχιστεί ξεπερνώντας ενίοτε και τα όρια ώστε να μιλάμε για ακραία προπαγάνδα.

Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την τάση αντί να αντιμετωπίζει τις δικές του αδυναμίες κατά πρόσωπο να μεταθέτει τα πάντα στο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, (συστημικά ΜΜΕ, φιλοκυβερνητικοί διαμορφωτές γνώμης, κ.ά) το οποίο διαρκώς στρεβλώνει το μήνυμά του προς το ευρύ κοινωνικό ακροατήριο, κάτι που σε ένα βαθμό προφανώς ισχύει.

Ο μεσαίος χώρος στον οποίο κεντρικά η Κουμουνδούρου έχει αποφασίσει ότι θα στραφεί για να στείλει ισχυρά σήματα ότι είναι διατεθειμένη να αποτελέσει τον βασικό εκφραστή του δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα ούτε εισοδηματικά, ούτε πολιτικοκοινωνικά. Σε αντίθεση δε με την αντίληψη που δείχνουν να έχουν κάποιοι, ότι ο μεσαίος χώρος καταλαμβάνεται αποκλειστικά από ανθρώπους με «σοβαρό» φιλελεύθερο εκσυγχρονιστικό προφίλ, μάλλον αυτό που ισχύει είναι ότι το κέντρο είναι πιο ποικιλόμορφο.

Το ερώτημα εδώ είναι αν μια πολιτική δύναμη όπως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να απευθυνθεί σε αυτό το ποικιλόμορφο κοινωνικό κοινό με όρους σύνθεσης, πολιτικής και κοινωνικής, και όχι αποσπασματικά, ανάλογα δηλαδή με το ακροατήριο, καταλήγοντας έτσι να στέλνει αλληλοαναιρούμενα μηνύματα, ακουσίως ή εκουσίως.

Η πολυσυλλεκτικότητα ενδεχομένως να είναι στοιχείο αναπόσπαστο των κομμάτων εξουσίας, χρειάζεται ωστόσο ένας ισχυρά ενοποιητικός κοινός παρονομαστής.

Σαφώς, είναι δύσκολο έργο που θέλει μεθοδικότητα, και όχι «τουφεκιές στον αέρα» και πυροτεχνήματα με το βλέμμα στις εκλογές (για τις οποίες η Κουμουνδούρου θεωρεί ότι είναι υπόθεση του κοντινού ορίζοντα).