Την ώρα που η κυβέρνηση εξήγγειλε καινούργια μέτρα ελαφρύνσεων ύψους 400 εκατ. ευρώ (τα περιβόητα «3,44 δισ. ευρώ» για τα οποία έγινε λόγος περιλαμβάνουν κυρίως μέτρα ήδη εξαγγελθέντα, ισχύοντα ή παρατεινόμενα λόγω πανδημίας), καταργούσε («ενσωμάτωνε στον κύριο φόρο», όπως ανέφερε η ίδια σε μια προσπάθεια επικοινωνιακού φτιασιδώματος) τον συμπληρωματικό φόρο του ΕΝΦΙΑ διά του οποίου οι ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας συνεισέφεραν στα δημόσια ταμεία 600 εκατ. ευρώ.

Έτσι, η κυβέρνηση χαρίζει στους μεγαλοϊδιοκτήτες ποσό το οποίο υπερβαίνει κατά 50% τις καινούργιες ελαφρύνσεις. Κι αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία το μεν πρωτογενές έλλειμμα οδεύει ολοταχώς προς το 7% του ΑΕΠ ή και υψηλότερα, αρκετά πάνω από το 3,88% του ΑΕΠ, που ήταν η αρχική εκτίμηση για το 2021, το δε δημόσιο χρέος έχει ήδη εκτιναχθεί πάνω από το 200% του ΑΕΠ.

Εξυπηρετούν τους μεγάλους

Και σαν να μην αρκούσε αυτή η ταξικά μεροληπτική υπέρ των λίγων επιλογή της, η κυβέρνηση γύρισε τον χρόνο τέσσερις δεκαετίες πίσω προκειμένου να εφαρμόσει την πολιτική αυτή. Πραγματοποιώντας μια επιστροφή στα φορολογικά ήθη του 1980, αποφάσισε τη διαφοροποίηση, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1990, του αφορολόγητου μεταξύ γονικών παροχών και κληρονομιών μόνο και μόνο για να διευκολύνει μεταβιβάσεις μέσω γονικής παροχής ή δωρεάς περιουσιών μεγάλης αξίας χωρίς την καταβολή ούτε 1 ευρώ φόρου έως τις 800.000 ευρώ. Είναι προφανές ότι τέτοια ποσά περιουσιών αφορούν ελάχιστους. Και μπορεί ωφελημένοι να είναι και οι μικρές περιουσίες, κάτω του ορίου του νέου αφορολογήτου, ωστόσο προκαλεί εύλογα ερωτήματα η σκοπιμότητα τέτοιας «γενναιόδωρης» συμπερίληψης στο αφορολόγητο μεγάλων περιουσιών, με ωφελούμενους ακόμη και όσους αποφεύγουν τον φόρο αλλά και όσους σκόπευαν να αγοράσουν για τα παιδιά τους περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, αλλά τους εμπόδιζαν τα τεκμήρια που αποσκοπούν ακριβώς στην καταπολέμηση του -κυρίως μεγάλου ύψους- αδήλωτου χρήματος.

Όσον αφορά το επίμαχο μέτρο της κατάργησης του φόρου γονικών παροχών και δωρεών για συγγενείς πρώτου βαθμού για αξίες έως 800.000 ευρώ, ήτοι με υπερπενταπλασιασμό αφορολογήτου, από 1ης Οκτωβρίου, ένα γονέας δεν θα πληρώνει φόρο εφόσον η αξία της περιουσίας που μεταβιβάζει στα παιδιά του δεν υπερβαίνει τις 800.000 ευρώ. Εφόσον η μεταβίβαση πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς, το αφορολόγητο ανεβαίνει στα 1,6 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται ότι σήμερα οι γονικές παροχές από γονείς σε παιδιά είναι αφορολόγητες έως 150.000 ευρώ. Από 150.000 ευρώ και πάνω εφαρμόζεται κλίμακα φορολόγησης με φόρο 1% από 150.000 έως 300.000 ευρώ, από 300.000 ευρώ έως 600.000 ευρώ προκύπτει φόρος 5%, ενώ για ποσά άνω των 600.000 ευρώ προκύπτει φόρος 10%.

Λίγα για τους μικρούς

Και ενώ η κυβέρνηση αποδεικνύεται «γαλαντόμα» στις μεγάλες περιουσίες, αποδεικνύεται φειδωλή όσον αφορά τα χαμηλά εισοδήματα. Του λόγου το ασφαλές επιβεβαιώνει και η απόφασή της να αυξήσει το επίδομα θέρμανσης κατά 20%, όταν μόλις προ δεκαημέρου η ΕΛΣΤΑΤ είχε ανακοινώσει ότι τον Αύγουστο το φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 91%, το δε πετρέλαιο θέρμανσης κατά 28,9%.

Το άλλο επίμαχο μέτρο είναι η κατάργηση («ενσωμάτωση στον κύριο φόρο», όπως την ονομάζει η κυβέρνηση, με προφανές το ζητούμενο να συγκαλύψει την ελάφρυνση για τους μεγαλοϊδιοκτήτες) του συμπληρωματικού φόρου στον ΕΝΦΙΑ. Αυτός επιβάλλεται σε όσους διαθέτουν ακίνητη περιουσία άνω των 250.000 ευρώ και εισπράττονται κάθε χρόνο περίπου 600 εκατ. ευρώ από φυσικά και νομικά πρόσωπα. Ανώτατο στέλεχος του οικονομικού επιτελείου ανέφερε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης δημοσιογράφων ότι ο συμπληρωματικός φόρος δεν θα καταργηθεί, αλλά θα ενσωματωθεί στον κύριο φόρο. Στην πράξη όμως, αφού ο φόρος θα αντιστοιχεί σε κάθε ακίνητο ξεχωριστά, όπως ούτως ή άλλως συμβαίνει σήμερα, δεν θα λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα της αξίας των ακινήτων που έχει συγκεντρώσει στην περιουσία του ο ιδιοκτήτης, κάτι που ισοδυναμεί με κατάργηση.

Ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ υπολογίζεται με αφορολόγητο 250.000 ευρώ και με κλιμακούμενους συντελεστές από 0,15% για ακίνητα έως 300.000 ευρώ, έως 1,10% για 1 έως 2 εκατομμύρια ευρώ, και με 1,15% το υπερβάλλον ποσό. Περισσότερο ωφελημένοι θα είναι οι φορολογούμενοι με ακίνητη περιουσία άνω του 1 εκατ. ευρώ, τους οποίους ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ επιβαρύνει με συντελεστές άνω του 1%.