Της Katrina Manson

Αν ο Ντόναλντ Τραμπ ηττηθεί στις εκλογές του ερχόμενου μήνα, πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ ελπίζουν ότι αυτό θα σημάνει το τέλος της πολιτικής «Πρώτα η Αμερική» (America First).

O Tζο Μπάιντεν, ο Δημοκρατικός του αντίπαλος, σχεδιάζει να επανακαθορίσει την πολιτική του απομονωτισμού που ακολούθησαν την τελευταία τετραετία οι ΗΠΑ, με νέο σύνθημα την «αποκατάσταση της αμερικανικής ηγεσίας», σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσει βεβαρημένες διπλωματικές σχέσεις.

Ο κ. Μπάιντεν έχει καταστήσει σαφές ότι η κυβέρνησή του θα αντιστρέψει τις αποφάσεις που σημάδεψαν την εξωτερική πολιτική του Τραμπ, με την άμεση επανεισαγωγή του συμφώνου του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και τον τερματισμό της διαδικασίας εξόδου της χώρας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Ο πρώην αντιπρόεδρος έχει επίσης διαμηνύσει ότι θα επανεντάξει τις ΗΠΑ στη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, εφόσον η Τεχεράνη συμμορφωθεί με τους στόχους, θα στηρίξει διπλωματικά το ΝΑΤΟ, θα ψυχράνει τις σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και θα ηγηθεί μιας σειράς διεθνών πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένης και της παγκόσμιας αντίδρασης στην πανδημία.

Η πολιτική «Πρώτα η Αμερική έχει καταστήσει την Αμερική μόνη» επισήμανε ο κ. Μπάιντεν την περασμένη εβδομάδα, προσθέτοντας ότι ο κ. Τραμπ έχει ασπαστεί «ταραχοποιούς» όπως ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας ενώ έχει υπονομεύσει τη στήριξη στο ΝΑΤΟ, σε βαθμό «που κινδυνεύει να διαλυθεί».

Η εξωτερική πολιτική θεωρείται ένα από τα λιγότερο σημαντικά ζητήματα για τους ψηφοφόρους που θα καθορίσουν το αποτέλεσμα των εκλογών, σύμφωνα με στοιχεία από το Pew Research Center. Αλλά αν ο κ. Μπάιντεν εκθρονίσει τον κ. Τραμπ, μπορεί να είναι ο τομέας όπου θα γίνει πιο άμεσα αισθητή η αλλαγή.

«Ο Μπάιντεν θα έχει να κάνει πολλά» ανέφερε ο Μπράιαν Μακέον, σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής στον κ. Μπάιντεν. «Ο κ. Τραμπ έχει επιτεθεί στους συμμάχους και τους εταίρους μας, έχει ασπαστεί δικτάτορες, έχει ξεκινήσει εμπορικούς πολέμους οι οποίοι δεν είχαν ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα για τη μεσαία τάξη και αποχώρησε από διεθνείς οργανισμούς».

Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ελπίζουν ότι ο τόνος της εξωτερικής πολιτικής του κ. Μπάιντεν θα βοηθήσει να υποχωρήσουν οι φόβοι ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη και ο βασισμένος σε κανόνες πολυμερισμός απειλούνται με κατάρρευση. «Οι Ευρωπαίοι χρειάζονται μια ισχυρή Αμερική», ανέφερε δυτικός διπλωμάτης με έδρα την Ουάσιγκτον, αν και προειδοποίησε ότι είναι «αφελές» να πιστεύει κανείς ότι όλα θα επιστρέψουν στην πρότερη κατάσταση πριν την εκλογή του κ. Τραμπ. «Αυτό που είναι βέβαιο ότι θα συμβεί είναι πως θα υπάρξει μια πολύ πιο φιλική γλώσσα, θα υπάρξουν χαμόγελα, φωτογραφίες, ταξίδια», πρόσθεσε.

Σε αντίθεση με τον κ. Τραμπ, έναν μεγιστάνα του real estate και πρώην οικοδεσπότη τηλεοπτικής ρεάλιτι εκπομπής, ο κ. Μπάιντεν διαθέτει εμπειρία δεκαετιών σε θέματα εξωτερικής πολιτικής κατά τη διάρκεια της θητεία του ως αντιπροέδρου και επικεφαλής της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Γερουσίας.

Ο κ. Μπάιντεν θεωρεί εξαιρετικά σημαντική την Ευρώπη, σύμφωνα με τον Τομ Ράιτ από το Ινστιτούτο Brookings, ο οποίος υποστήριξε ότι ο Δημοκρατικός υποψήφιος θα είναι ο «πιο φιλοατλαντικός πρόεδρος από την εποχή του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου». Ο κ. Μπάιντεν είναι πιο αφοσιωμένος και δεσμευμένος στην Ευρώπη από το πρώην αφεντικό του, Μπαράκ Ομπάμα, πρόσθεσε ο κ. Ράιτ.

Η καμπάνια του κ. Τραμπ ισχυρίζεται ότι ο πρόεδρος έχει να επιδείξει σειρά επιτευγμάτων στην εξωτερική πολιτική, ιδίως στη Μέση Ανατολή, όπου είχε καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη συμφωνίας για την ομαλοποίηση των σχέσεων του Ισραήλ με τα Η.Α.Ε. και το Μπαχρέιν, ένα επίτευγμα που επαινέθηκε ακόμα και από τον κ. Μπάιντεν. Οι υποστηρικτές του προέδρου σημειώνουν ακόμα ότι έχει αποσπάσει περισσότερα από το ΝΑΤΟ σε σχέση με τους συμμάχους του και διατρανώνουν την απόφασή του να δολοφονηθεί ο κορυφαίος στρατιωτικός στο Ιράν, ο Κασέμ Σολεϊμανί.

Πώς θα διαχειριστική ο Μπάιντεν τις σημαντικότερες αποφάσεις που έλαβε ο Τραμπ στην εξωτερική πολιτική;

«Rewind»

Μια κυβέρνηση Μπάιντεν θα αντιστρέψει διάφορες πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ

  • Επανένταξη στη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή
  • Επανένταξη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας
  • Επανένταξη στη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, αν η Τεχεράνη συμμορφωθεί
  • Επανένταξη στην UNESCO
  • Παράταση της συμφωνίας ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών New Start με τη Ρωσία, η οποία λήγει στις 5 Φεβρουαρίου
  • Υιοθέτηση πιο ψυχρών σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία
  • Αποκατάσταση της διπλωματικής επιρροής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ

«Play»

Μια κυβέρνηση Μπάιντεν θα έδινε συνέχεια σε κάποιες από τις πολιτικές του Τραμπ

  • Διατήρηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, όπου ο Τραμπ την είχε μεταφέρει εν μέσω αντιδράσεων
  • Στήριξη των συμφωνιών που πέτυχε ο Τραμπ για την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και χωρών του Κόλπου
  • Συνέχιση της σταδιακής απόσυρσης Αμερικανών στρατιωτών από το Αφγανιστάν και τη Μέση Ανατολή, ανάλογα με τις περιστάσεις.

«Pause»

Οι ειδικοί δεν έχουν ξεκαθαρίσει ακόμα πώς ακριβώς θα χειριστεί μια κυβέρνηση Τραμπ κάποια ζητήματα-κλειδιά

Τις σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία
Τις εμπορικές διαπραγματεύσεις
Υψηλόβαθμος αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσε ότι η κριτική στην εξωτερική πολιτική του κ. Τραμπ δεν αναγνωρίζει ότι προσπάθησε να αναπτύξει δομές συμμαχιών εκτός Ευρώπης, όπως η «Quad» των Αυστραλία, Ινδία, Ιαπωνία και ΗΠΑ, η οποία έχει ως στόχο να αντισταθμίσει την επιρροή της Κίνας.

Ο Κεν Φαρνάσο, αναπληρωτής γραμματέας Τύπου της καμπάνιας του Τραμπ, τόνισε πως η εκλογή του Μπάιντεν και της Καμάλα Χάρις «θα μας γύριζε στην εποχή του κατευνασμού και του παγκοσμισμού, που ήταν καταστροφική για την αμερικανική εξωτερική πολιτική».

Αλλά ακόμα και αν μια κυβέρνηση Μπάιντεν υιοθετήσει έναν αισθητά διαφορετικό τόνο από αυτόν του κ. Τραμπ, κάποιοι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν έχουν πειστεί ότι θα οδηγήσει σε τόσο σημαντικές αλλαγές όπως ισχυρίζονται οι καμπάνιες και των δύο υποψηφίων. «Υπάρχουν αρκετά ζητήματα στα οποία ο Μπάιντεν δεν θα είναι και πολύ διαφορετικός από τον Τραμπ», ισχυρίστηκε Ευρωπαίος διπλωμάτης, επισημαίνοντας ότι ο Δημοκρατικός υποψήφιος δεν σχεδιάζει να ακυρώσει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις του προέδρου: τη μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ.

O διπλωμάτης προέβλεψε επίσης ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί να μην ευθυγραμμιστεί απόλυτα με την Ευρώπη όσον αφορά τις σχέσεις με τη Ρωσία ή το Ιράν. «Ο Μπάιντεν θα απομακρυνθεί από την πολιτική Τραμπ, αλλά δεν θα δώσει στους Ευρωπαίους ό,τι θέλουν ή δεν θα επιστρέψει στο σημείο που ήμασταν παλιά. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον εκεί».

Η Ρεμπέκα Λίσνερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Ναυτική Σχολή Πολέμου των ΗΠΑ, υποστήριξε ότι το αποτύπωμα που θα αφήσει η εποχή Τραμπ θα έχει περισσότερο να κάνει με την «άτυπη διπλωματία» παρά με τις επίσημες συνθήκες. Η κα Λίσνερ είπε ότι η απόφαση του κ. Τραμπ να αποχωρήσει από τόσες διεθνείς συμφωνίες κατέδειξε ότι οι πρόεδροι των ΗΠΑ μπορούν να αναγκάσουν μελλοντικές κυβερνήσεις να συμμορφωθούν με συμφωνίες του παρελθόντος, ιδίως από τη στιγμή που υπάρχει τέτοια πόλωση στην εγχώρια αμερικανική πολιτική.

«Η εποχή των μεγάλων συμφωνιών έχει παρέλθει. Είναι πιθανόν ότι οι αντισυμβαλλόμενοί μας δεν θα εμπιστεύονται τις ΗΠΑ ότι θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους. Ακόμα και αν οι ΗΠΑ θέλουν να ανακτήσουν την παραδοσιακή ηγετική τους θέση, θα είμαστε πάντοτε η χώρα που εξέλεξε τον Ντόναλντ Τραμπ».

Τα περιθώρια ελιγμών του κ. Μπάιντεν είναι επίσης περιορισμένα λόγω της ανόδου της Κίνας, τόνισε η κα Λίσνερ, προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ «βρίσκονται σε πτωτική πορεία σε σχέση με άλλες δυνάμεις» και πρέπει να επανασχεδιάσουν την προσέγγισή τους στην εξωτερική πολιτική και να εγκαταλείψουν τις παραδοχές της εποχής Ομπάμα.

Αλλά ο κ. Μακέον, ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του κ. Μπάιντεν, ανέφερε πως δεν πιστεύει ότι ο τελευταίος «αποδέχεται την ιδέα της πτωτικής πορείας», επισημαίνοντας ότι το αμερικανικό κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής είχε παρόμοιους φόβους και στο παρελθόν -όπως ότι η Ιαπωνία «τρώει το γεύμα μας»-, οι οποίοι πέρασαν.

Ο κ. Ράιτ από το Ινστιτούτο Brookings υποστήριξε ότι το στρατόπεδο του Μπάιντεν είναι διχασμένο ανάμεσα σε «αποκαταστάτες» και μεταρρυθμιστές, οι οποίοι έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά την Κίνα, τη Μέση Ανατολή, την οικονομία, τη φιλελεύθερη δημοκρατία και τη Ρωσία. Ένας σύμβουλος του Μπάιντεν ανέφερε ότι τέτοιες διαιρέσεις δεν αντανακλούν την εμπειρία του από την καμπάνια του Μπάιντεν, αλλά ένας άλλος δήλωσε στους Financial Times ότι οι συζητήσεις για την εξωτερική πολιτική και την εθνική ασφάλεια εντός του κόμματος ήταν «περίπλοκες».

Ο κ. Ράιτ σημείωσε ότι οι διαιρέσεις θα γίνουν εμφανείς αν κερδίσει ο κ. Μπάιντεν. «Υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, αλλά σε μεγάλο βαθμό έχουν συγκαλυφθεί ως τώρα».

Πηγή: FT.com