Του Βασίλη Γαλούπη

Ο Ερντογάν άφησε πίσω του τη διπλωματική οδό και θεωρεί ότι οι γόρδιοι δεσμοί καλύτερα να λύνονται με bullying και στρατιωτική ισχύ. Στέλνει πολεμικά πλοία για να προβάλει αξιώσεις σε ελληνικά και κυπριακά χωρικά ύδατα. Έστειλε στρατεύματα στη Λιβύη. Βοήθησε στρατιωτικά το Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο με την Αρμενία.

Το πολεμικό θράσος της Τουρκίας πηγάζει κυρίως από την πεποίθηση ότι η χώρα θα πρέπει στο εξής να χρησιμοποιεί τον στρατό της, τον δεύτερο μεγαλύτερο του ΝΑΤΟ, προκειμένου να περνά το δικό της, ό,τι επιπτώσεις κι αν έχει αυτό, ό,τι κι αν σκέφτονται οι σύμμαχοί της. Ο Ερντογάν σπρώχνει τις σχέσεις με όλους στα άκρα.

Έως έναν βαθμό, το πολεμικό θράσος της Τουρκίας έχει πετύχει. Σε κάθε πρόκληση από την οποία επιβιώνει, το «εγώ» του Ερντογάν μεγαλώνει. Η Τουρκία χίμηξε για να επωφεληθεί από το κενό που άφησαν η απραξία της Αμερικής και η αδυναμία της Ευρώπης, όμως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχει περισσότερα «πάρε-δώσε» με τη Ρωσία. «Και όταν η Τουρκία είναι μόνη της σε ένα δωμάτιο με τη Ρωσία, το χέρι της δεν είναι τόσο ισχυρό όσο θεωρούνταν κάποτε» λέει η Ασλί Αϊντίντασμπας, ανώτερη σύμβουλος Πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.

Παρά όποιες νίκες, η τακτική Ερντογάν έχει δημιουργήσει σήμερα έναν διευρυμένο κύκλο από εχθρούς, «αιώνιους» αλλά και νέους, με πολλά μέτωπα ανοιχτά και μεταβαλλόμενες σχέσεις σε τεντωμένο σχοινί. Γι’ αυτό και ο εκπρόσωπός του Ιμπραχίμ Καλίν έθεσε ως στόχο για το 2022 «τη διεύρυνση των συμμαχιών», δηλαδή το κλείσιμο κάποιων εκ των πολλών πληγών που έχουν ανοίξει για την Τουρκία.

Γαλλία: Το μεγάλο ευρωπαϊκό εμπόδιο για την Άγκυρα

Η Γαλλία είναι η μοναδική χώρα της Μεσογείου με μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και διαθέτει την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην περιοχή. Τρία είναι τα βασικά ζητήματα τα οποία παρακολουθεί στη Μεσόγειο: Μεταναστευτικό, ενέργεια και Τουρκία. Επιπλέον, Μακρόν και Ερντογάν έχουν αντίθετη οπτική για τον κοινωνικοπολιτικό ρόλο του Ισλάμ.

Προκειμένου να ανακόψει τον τουρκικό στόχο για νέα τάξη πραγμάτων στη Μεσόγειο, η Γαλλία προχώρησε στη διμερή αμυντική συμφωνία με την Ελλάδα, επιχειρώντας να στρέψει την εξωτερική πολιτική της Ε.Ε. προς τη στρατηγική ανεξαρτησία.

Η ξεχωριστή διμερής συμφωνία αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ Γαλλίας – Ελλάδας υποδηλώνει ότι Αθήνα και Παρίσι εκτιμούν πως, σε περίπτωση σοβαρής κρίσης στη Μεσόγειο, η Τουρκία θα επιχειρήσει να σαμποτάρει εκ των έσω μια αντίδραση του ΝΑΤΟ.

Πάντως, αυτή η αντιπαράθεση ανακλά περισσότερο τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής παρά τη συνοχή της. Το πρόβλημα της Ελλάδας δείχνει σαν να μην αφορά την υπόλοιπη Ευρώπη και ειδικά τη Γερμανία, που όχι μόνο διστάζει να υψώσει ανάστημα στον Ερντογάν, αλλά πουλάει στην Τουρκία και προηγμένα ηλεκτρικά υποβρύχια. Έτσι, μελλοντικά, σε ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου Ελλάδας – Τουρκίας, θα υπάρξει στη Μεσόγειο αντιπαράθεση των δύο μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δυνάμεων – οι φρεγάτες της Γαλλίας απέναντι στα υποβρύχια της Γερμανίας!

Η ρωσική γεωπολιτική παγίδα και η επίθεση από Τσετσενία

Η κυβερνώσα ελίτ της Τουρκίας εκτιμά ότι το διεθνές σύστημα δεν είναι πλέον δυτικοκεντρικό. Θεωρεί, λοιπόν, ότι θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά της μέσα από μια γεωπολιτική εξισορρόπηση ανάμεσα στους πόλους ΝΑΤΟ – Ρωσίας. Με αυτό τον στόχο ξεκίνησε το 2016 ο διάλογος Ερντογάν – Πούτιν, που κορυφώθηκε το 2019 με την παράδοση στη Τουρκία των S-400.

Η Άγκυρα πανηγύρισε ως επιτυχία τη νέα δυναμική Ρωσίας – Τουρκίας, όμως στην πραγματικότητα δημιούργησε μια στρατηγική παγίδα για την Τουρκία. Διότι, από την πλευρά της, η Μόσχα εξασφάλισε πολλαπλά οφέλη:

Πρώτον, σοβαρές πιθανότητες να εξαλείψει την ανάπτυξη αμερικανικών πυραύλων Patriot ή γαλλο-ιταλικών Eurosam στην Τουρκία.


Δεύτερον, εμπόδισε τη δυνατότητα ανάπτυξης έως και 125 αεροσκαφών F-35 ως μέρος της αρχιτεκτονικής αεράμυνας του ΝΑΤΟ.

Από την πλευρά της Τουρκίας, η αεροπορική της ισχύς μειώνεται σημαντικά. Επιπλέον, η πρώτη πυρηνική μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα κατασκευάζεται, ανήκει και θα λειτουργεί από τη Ρωσία, ενώ ο αγωγός TurkStream θα τροφοδοτεί με ρωσικό αέριο μεγάλο μέρος της ΝΑ Ευρώπης.

Αυτά τα δύο είναι σταθερά κομμάτια υποδομής και θα αποτελούν πλέον μόνιμους φορείς της αυξανόμενης ρωσικής επιρροής, κάτι που δεν θα αλλάξει, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα των προσεχών τουρκικών εκλογών.

Το σκηνικό που διαμορφώνεται μονιμοποιεί το κλίμα έλλειψης εμπιστοσύνης προς την Τουρκία από τους δυτικούς συμμάχους της. Ταυτόχρονα, η Τουρκία δεν μπορεί να δρα όπως της αρέσει απέναντι στη Μόσχα, αφού θα πρέπει να λογοδοτεί. Όπως, για παράδειγμα, για τις τουρκικές πωλήσεις drones σε Ουκρανία, Πολωνία, που εξόργισαν το Κρεμλίνο.

Τις τελευταίες ημέρες του 2021, μάλιστα, ο Ερντογάν είδε έναν ακόμα εχθρό του να ξεσπαθώνει. Ο επικεφαλής της Τσετσενίας, Ραμζάν Καντίροφ, καταφέρθηκε κατά της Τουρκίας που, όπως είπε, δίνει ονόματα τρομοκρατών στα πάρκα και παραχωρεί καταφύγιο στους εγκληματίες.

Αφορμή αποτέλεσαν τα εγκαίνια ενός πάρκου σε επαρχία ανατολικά της Κωνσταντινούπολης. Στο πάρκο δόθηκε το όνομα του αποσχιστικού Τσετσένου ηγέτη Τζοχάρ Ντουντάγεφ, που η Ρωσία χαρακτηρίζει τρομοκράτη. Ο επικεφαλής της Τσετσενίας κάλεσε τον Ερντογάν να αποφασίσει: «Ή θα είναι με το καθεστώς ενός κράτους που υποστηρίζει δημοσίως τρομοκράτες ή θα ακολουθήσει διαφανείς και ειλικρινείς σχέσεις με τη Ρωσική Ομοσπονδία, χωρίς να αλλάζει τις πεποιθήσεις πίσω από την πλάτη της. Θα μπορούσαμε κι εμείς να δώσουμε σε μια πλατεία στην τσετσενική πρωτεύουσα το όνομα του Οτσαλάν».

Στην τουρκική ενέργεια αντέδρασε και η Μόσχα, που χαρακτήρισε την τουρκική ενέργεια «απαράδεκτη», ζητώντας από την Άγκυρα να λάβει «σοβαρά υπ’ όψιν της αυτές τις αντιρρήσεις της Ρωσίας».

Ιστορική έχθρα με Αρμενία – Λίβανο, Κουρδικό και «βόμβα» από τη Λιβύη

Στη διπλωματική κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής, οι συσχετισμοί αλλάζουν συχνά.

Στο μπερδεμένο κουβάρι της Λιβύης, πολλά θα εξαρτηθούν από τις εκλογές που ήταν προγραμματισμένο να γίνουν στις 24 Δεκεμβρίου, αλλά αναβλήθηκαν, με τον στρατάρχη Χαφτάρ, σφοδρό πολέμιο του Ερντογάν, να είναι υποψήφιος.

Την τελευταία εβδομάδα του Δεκεμβρίου υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη, όταν ο αντιπρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, Φεβζί αλ Νουβαϊρί, επεσήμανε ότι «υπάρχει αντίθεση στο εσωτερικό της Λιβύης για τη συμφωνία ασφάλειας και στρατιωτικής συνεργασίας με την Τουρκία, οπότε απαιτείται συνεννόηση για την επικύρωσή της». Μάλιστα, βουλευτές δήλωσαν ότι το «τουρκολιβυκό μνημόνιο ουδέποτε συζητήθηκε και επικυρώθηκε από τη Βουλή της Λιβύης». Ο Ερντογάν δεν μπορεί να είναι ήσυχος ούτε με τη Λιβύη, τουλάχιστον όχι όσο όταν υπογραφόταν το μνημόνιο.

Οι Κούρδοι σε Τουρκία, Συρία και Ιράκ αποτελούν σταθερά έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για την Τουρκία, ενώ για ιστορικούς λόγους οι σχέσεις της με τον Λίβανο δεν θα μπορούσαν σε καμιά περίπτωση να χαρακτηριστούν φιλικές, παρά τις απόπειρες της Τουρκίας για παροχή οικονομικής βοήθειας. Πριν από δύο χρόνια, μάλιστα, ο πρόεδρος του Λιβάνου, Αούν, έκανε καταγγελίες για τουρκική παρεμβατικότητα τύπου «οθωμανικής ηγεμονίας».

Το γεγονός ότι ο Λίβανος έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων εξοργίζει σταθερά την Άγκυρα και αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για ουσιαστική προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών. Όπως είναι αυτονόητο, φυσικά και οι σχέσεις Τουρκίας – Αρμενίας ήταν, είναι και θα παραμένουν εχθρικές. Κάτι που αποδείχθηκε και από τη στάση της Τουρκίας στον πόλεμο Αρμενίας – Αζερμπαϊτζάν.

Σ. Αραβία – ΗΑΕ: Κινούμενη άμμος για τον Ερντογάν ο Περσικός Κόλπος

Τουρκία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμπλέκονται ήδη σε μια δεκαετή διαμάχη, που στόχο έχει την αναδιάρθρωση στη γεωπολιτική τάξη σε Μ. Ανατολή και Β. Αφρική. Για τα ΗΑΕ, η κόντρα με την Τουρκία άνοιξε την πόρτα για νέες συμμαχίες με ευρωπαϊκές χώρες (Ελλάδα, Γαλλία), ενισχύοντας και τη θέση τους στην Ουάσινγκτον.

Από την άλλη, για την Τουρκία η απεικόνιση των ΗΑΕ ως χώρας με πρόθεση να υπονομεύσει τον Ερντογάν έδωσε καύσιμο στο μόνιμο αφήγημα ότι εξωτερικές δυνάμεις προσπαθούν να σαμποτάρουν μια ανερχόμενη Τουρκία. Ο Ερντογάν, πάντως, επιχειρεί απελπισμένα να βρει γέφυρα συνεννόησης, υποδεχόμενος τον Νοέμβριο στην Άγκυρα τον ηγέτη των ΗΑΕ που υποσχέθηκε επενδύσεις.

Ο Ερντογάν προανήγγειλε την περασμένη Δευτέρα -διόλου τυχαία, λίγο πριν από την επίσκεψη του Σαουδάραβα υπουργού Εξωτερικών Αλ Σαούντ στην Αθήνα- και ταξίδι στη Σαουδική Αραβία τον Φεβρουάριο για μια μέχρι πρότινος αδιανόητη συνάντηση με τον Σαουδάραβα ηγέτη Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν. Στις σχέσεις των δύο ανδρών υπάρχει τεράστιο ρήγμα, αφού ο Ερντογάν έκανε λόγο για «δολοφόνους». Όμως τώρα, λόγω οικονομικής κρίσης, ελπίζει να τερματιστεί το ανεπίσημο μποίκοτάζ της Σ. Αραβίας σε τουρκικά προϊόντα.

Ο πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, όπως έγραψε η «Wall Street Journal», απαιτεί την υπόσχεση του Ερντογάν ότι δεν θα πει ποτέ ξανά κάτι για τον θάνατο του Τζαμάλ Κασόγκι και ότι θα φροντίσει τα τουρκικά ΜΜΕ να πάψουν να αναφέρονται στο θέμα.

Η ανάγκη της Τουρκίας δίνει ξεκάθαρα το πάνω χέρι στη Σ. Αραβία, που έχει στόχο να ευθυγραμμίσει τον Ερντογάν στην περιφερειακή της πολιτική και να συντονιστούν στο θέμα της Συρίας. Κάτι τέτοιο, εκτιμούν Σαουδάραβες αναλυτές, θα ασκούσε πίεση στον Άσαντ και θα ενίσχυε την αντιπολίτευση στη Συρία.

Αίγυπτος: Συνδέει με… Κάιρο τον απελπισμένο για μια επαφή Ταγίπ

Η Τουρκία λογαριάζει ότι οποιαδήποτε βελτίωση στις σχέσεις της με Αίγυπτο και το Ισραήλ είναι πιθανό να την ωφελήσει σε ολόκληρη την Αν. Μεσόγειο. Η ενεργειακή συμμαχία της Ανατολικής Μεσογείου από Ελλάδα, Κύπρο, Αίγυπτο και Ισραήλ φοβίζει την Τουρκία, που αναζητά απελπισμένα πρόσβαση στις διαπραγματεύσεις. Ελλάδα, Κύπρος και Αίγυπτος αναμένεται να επεκτείνουν την τριμερή συνεργασία τους.

«Οποιεσδήποτε προσδοκίες ότι το Κάιρο θα αλλάξει ριζικά τις συμμαχίες του προς όφελος της Άγκυρας είναι μη ρεαλιστικές» έγραψε η μεγαλύτερη εφημερίδα της Αιγύπτου, «Al-Ahram».

Τον Νοέμβριο, εξάλλου, ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου Σάμεχ Σούκρι έκανε σκληρή επίθεση στην Άγκυρα: «Ανησυχούμε για την τουρκική παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις μας και την υποστήριξη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, την οποία κατατάσσουμε στις τρομοκρατικές ομάδες».

Στην πρέσα των δύο «μεγάλων»

Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Κίνα, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εχθρικές, αλλά σίγουρα έχουν περάσει σε άλλη φάση, κυρίως της καχυποψίας, συγκριτικά με λίγα χρόνια πριν.

Η διοίκηση Μπάιντεν αντιμετωπίζει, αν και με αργούς ρυθμούς, την Τουρκία ως χώρα με φθίνουσα αφοσίωση στη δυτική συμμαχία. Παρά ταύτα, και οι δύο πλευρές έχουν ζωτικής σημασίας συμφέροντα που θα πληγούν αν υπάρξει σοβαρή ρήξη στη σχέση τους.

Η Αμερική επί Μπάιντεν διατηρεί τη σχέση «παγωμένη», μέχρι κάτι να αλλάξει. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια αντιπαράθεση Τουρκίας – Ρωσίας πάνω σε κάποιο από τα αρκετά θέματα που τις χωρίζουν, μια παρατεταμένη οικονομική κρίση που θα υποχρεώσει την Άγκυρα σε υποχωρήσεις ή οι επόμενες εκλογές.

Με την Κίνα, το βασικό εμπόδιο είναι η μουσουλμανική μειονότητα των 10.000.000 Ουιγούρων στην Κίνα. Η Κίνα είναι εξαιρετικά ευαίσθητη σε κάθε υπαινιγμό αυτονομιστικού αισθήματος, ενώ ο Ερντογάν, που μέχρι πρότινος δεν είχε κανένα πρόβλημα να σιωπά για τα δικαιώματα των Ουιγούρων λόγω της ροής χρημάτων από κινεζικές επενδύσεις και δάνεια, άγγιξε τελικά «κόκκινες γραμμές» κι έτσι το Πεκίνο αντεπιτέθηκε.

Συγκεκριμένα, στις 12 Νοεμβρίου, το Τουρκικό Συμβούλιο άλλαξε όνομα σε «Οργανισμός Τουρκικών Κρατών». Η Κίνα ενοχλήθηκε όχι μόνο από το όνομα, αλλά και από την ημερομηνία: Η πρώτη Δημοκρατία του Ανατολικού Τουρκεστάν, συμπεριλαμβανομένου τμήματος της σημερινής περιφέρειας των Ουιγούρων Σινγιάνγκ, ιδρύθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1933.

Λίγες ημέρες μετά, στις 17 Νοεμβρίου, ο Ερντογάν και ο αρχηγός του ακροδεξιού Κόμματος MHP, Μπαχτσελί φωτογραφήθηκαν μαζί κρατώντας έναν μεγάλο χάρτη που απεικόνιζε τον «τουρκικό κόσμο», περιλαμβάνοντας και τη Σινγιάνγκ, περιοχή της δυτικής Κίνας όπου ζουν οι Ουιγούροι.

Η Κίνα αντέδρασε ακαριαία παίζοντας το χαρτί του Κουρδικού, κατηγορώντας την Τουρκία για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων στις περιοχές όπου ζουν Κούρδοι. Το Πεκίνο έστειλε σαφές μήνυμα στην Άγκυρα ότι, αν συνεχίσει να ανακατεύεται στο ζήτημα των Ουιγούρων, τότε η Κίνα θα φέρει τις ενέργειες της Τουρκίας σε Ιράκ και Συρία στη διεθνή ατζέντα.