Του Ανδρέα Καψαμπέλη

Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, η εσωτερική διάλυση και το σκορποχώρι μεγαλώνουν και ο Μητσοτάκης συνεχίζει «ανέμελος» να θεωρεί ότι θα παραμείνει πρωταγωνιστής στο πολιτικό παιχνίδι…

Αντιμέτωπη με αδιέξοδα σε όλα τα μέτωπα βρίσκεται η κυβέρνηση, η οποία δίνει μάχη πλέον με τον χρόνο για να «προλάβει» να πάει στις εκλογές υπό αξιοπρεπείς πολιτικές συνθήκες οι οποίες θα της επιτρέπουν να συνεχίσει να διεκδικεί την πρώτη θέση.

Οι επόμενες 90-100 ημέρες που υπολογίζεται ότι μεσολαβούν μέχρι να στηθούν οι πρόωρες κάλπες είναι καθεμία από μόνη της κρίσιμη, καθώς ο πολιτικός χρόνος πυκνώνει διαρκώς και τα γεγονότα που εκδηλώνονται είναι αλλεπάλληλα.

Τόσο στα εξωτερικά όσο και στα εσωτερικά θέματα οι τελευταίες εξελίξεις είναι ιδιαίτερα αρνητικές για το Μέγαρο Μαξίμου, το οποίο πασχίζει να κρατήσει τις ισορροπίες μέσω της επικοινωνιακής υπεροπλίας που διαθέτει στα μέσα ενημέρωσης και στις συστημικές δημοσκοπήσεις, ενώ ως ύστατη ελπίδα παραμένουν τα «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» ανακλαστικά της εκλογικής βάσης της Ν.Δ. Κάτω από την επιφάνεια όμως τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, η εσωτερική διάλυση και το σκορποχώρι μεγαλώνουν, αν και ο κ. Μητσοτάκης συνεχίζει «ανέμελος» να θεωρεί ότι θα παραμείνει πρωταγωνιστής στο πολιτικό παιχνίδι και μετά τις εκλογές ακόμη και με τη Ν.Δ. χωρίς αυτοδυναμία.

Τα άσχημα μηνύματα εισπράττονται ήδη από τους βουλευτές και τα στελέχη, που έχουν αποδυθεί στον προεκλογικό αγώνα και γι’ αυτό -λόγω και της απλής αναλογικής- έχουν ξεκινήσει ανά την Ελλάδα σκληρές μάχες προσωπικής επιβίωσης για την επόμενη ημέρα και με μια Κοινοβουλευτική Ομάδα που ενδεχομένως να χάσει και περισσότερο από το ένα τρίτο της σημερινής της δύναμης.

Στην οικονομία, την «ανάσα» προσφέρει μόνο η θερινή περίοδος που διανύουμε και οι ελπίδες για θετικές επιδόσεις στον τουρισμό. Από εκεί και πέρα, όλοι οι δείκτες διαρκώς επιδεινώνονται και οι προβλέψεις είναι πολύ δυσμενέστερες για το επόμενο διάστημα. Η κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση με μια διαρκή πολιτική επιδομάτων, με την οποία -αν και αποδοκίμαζε στο παρελθόν και ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης, προτού γίνει πρωθυπουργός- πιστεύει ότι θα μπορέσει να συγκρατήσει τον κοινωνικό θυμό για να μη μετατραπεί σε έκρηξη.

Τα χειρότερα όμως είναι μπροστά, καθώς όλες οι εκθέσεις προβλέπουν ότι η ακρίβεια θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα, οι τιμές θα εξακολουθήσουν να παίρνουν τον ανήφορο, ενώ στον τομέα της ενέργειας τα προγνωστικά είναι εφιαλτικά για ολόκληρη την Ευρώπη λόγω των χειρισμών που έχουν γίνει απέναντι στη Ρωσία μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Την ίδια ώρα, η χώρα βρίσκεται σε αδυναμία νέου διεθνούς δανεισμού λόγω της εκτίναξης των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και των spreads στα επίπεδα του μνημονιακού 2010. Κι αυτό γεννά ήδη σοβαρά προβλήματα για την κατάρτιση του Προϋπολογισμού της επόμενης χρονιάς -που προβλέπεται έτσι κι αλλιώς ελλειμματικός-, αυξάνοντας τους πονοκεφάλους του οικονομικού επιτελείου. Σύμφωνα με πληροφορίες, μάλιστα, η προκήρυξη των εκλογών τοποθετείται πριν από την παρουσίαση του προσχεδίου του νέου Προϋπολογισμού, ώστε να υπάρχουν κάποια περιθώρια εξωραϊσμού της κατάστασης από τον κ. Μητσοτάκη κατά τη φετινή εμφάνισή του στη ΔΕΘ, που προβλέπεται προεκλογική.

Η κατάσταση στην οικονομία επηρεάζει άμεσα και το ευρύτερο κλίμα στην κοινωνία, η οποία -έχοντας περάσει και τη διετή δοκιμασία με την πανδημία και τον κορονοϊό- βιώνει μια πρωτοφανή κόπωση και αβεβαιότητα. Βλέπει, δε, με κάθε αφορμή να αναβιώνουν οι απειλές για νέα περιοριστικά μέτρα. Οι δείκτες απαισιοδοξίας για το μέλλον έχουν εκτοξευθεί στα ύψη και αυτό έχει μια ευθεία αντανάκλαση σε όλο το πολιτικό σύστημα, αλλά πολύ περισσότερο στην κυβέρνηση, που ασκεί την εξουσία και παίρνει τις αποφάσεις. Ενδεικτικό είναι ότι το μείγμα οικονομικής και κοινωνικής πίεσης είναι τέτοιο, που για πρώτη φορά στη χώρα μας πάνω από το 50% των πολιτών δηλώνει ότι δεν θα πάει διακοπές, ενώ στους άνω των 35 ετών αυτή είναι η μεγάλη πλειοψηφία.

Αυτή η αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια μοιάζει, μάλιστα, με κινούμενη άμμο και κάνει τους δημοσκόπους -ακόμη και τους πιο σοβαρούς- να μην μπορούν ακόμη να εκτιμήσουν εάν την ώρα της κάλπης θα περιοριστεί στην αποχή ή θα μεταφραστεί σε ψήφο άρνησης και καταδίκης.

Αποτυχίες γνωρίζει η κυβέρνηση και στο θεσμικό πεδίο. Και, μάλιστα, οδυνηρές. Η επιδίωξή της να στηθούν οι προσεχείς κάλπες έχοντας στηθεί και Ειδικά Δικαστήρια -με πιο εμβληματική την περίπτωση της υπόθεσης Novartis– κατέπεσε πανηγυρικά προχθές με την απαλλακτική απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου για όλους τους εμπλεκόμενους στα περί «σκευωρίας», πολιτικούς, δικαστικούς και δημοσιογράφους. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί πραγματικό κόλαφο για την κυβέρνηση και τον κ. Μητσοτάκη προσωπικά, που -για να κρατά σε εσωκομματική «καταστολή» τον κ. Σαμαρά– είχε ενστερνιστεί πλήρως και από το βήμα της Βουλής τη γραμμή αυτή, μένοντας πια εν όψει και των εκλογών πλήρως εκτεθειμένος.

Οι αρνητικές εξελίξεις και στα διπλωματικά θέματα στον απόηχο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ σκιάζουν ακόμη περισσότερο την πρωθυπουργική και κυβερνητική εικόνα. Η σύγκριση με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρ. Ερντογάν, ο οποίος ελισσόμενος και διαπραγματευόμενος σκληρά κέρδισε αυτά που ήθελε, συμπεριλαμβανομένης και της δέσμευσης των ΗΠΑ για την πώληση των αεροσκαφών F-16, έχει φέρει σε μειονεκτική θέση τον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος είχε επενδύσει -ιδιαίτερα, μάλιστα, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία- στον ρόλο του «πιστού και προβλέψιμου συμμάχου» της Δύσης.

Η κυβέρνηση, υπό συνθήκες φοβερής αμηχανίας, προσπαθεί να κάνει το μαύρο άσπρο γύρω από τις εξελίξεις αυτές, αλλά την ίδια ώρα ο Ερντογάν αποθρασυμένος από τις επιτυχίες όχι μόνο επαναφέρει τις αξιώσεις για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, αλλά, ξεπερνώντας και κάθε όριο, κάλεσε τον ελληνικό λαό να δώσει «δημοκρατικό μάθημα στους κυβερνώντες» που τον οδηγούν «σε περιπέτειες και καταστροφικό τέλος». Αν αυτά συνδυαστούν και με τους ολέθριους χειρισμούς στο θέμα του Turkeagean -που για πολλούς αποτελεί σε μικρογραφία κάτι ανάλογο με τη Συμφωνία των Πρεσπών για τη Μακεδονία επί ΣΥΡΙΖΑ-, η Ν.Δ. βρίσκεται ενώπιον μιας χαοτικής κατάστασης και στα εθνικά ζητήματα.

Τρεις μήνες εφιάλτης

Με την πορεία αυτή, που δεν φαίνεται εύκολο πια να ανακοπεί, αρχίζει να αμφισβητείται και το πολιτικό imperium που μπορεί να έχει ο κ. Μητσοτάκης την ώρα των εκλογών και του σχηματισμού της νέας κυβέρνησης.

Ήδη η αξίωσή του να εξασφαλίσει προκαταβολική συναίνεση ότι θα είναι πρωθυπουργός και σε μια κυβέρνηση συνεργασίας αποδυναμώνεται μέρα με την ημέρα, με ορατό τον κίνδυνο να μην υπάρχει κανείς διαθέσιμος σύμμαχος και οι επόμενες 90-100 ημέρες να αποδειχθούν για τον ίδιο κυριολεκτικά εφιαλτικές και κατά πάσα βεβαιότητα να μοιάζουν με τις «τελευταίες ημέρες της Πομπηίας».