Ο Ίλον Μασκ έδωσε 44 δισ. για να αγοράσει το Τwitter. To Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Σιέρα Λεόνε είναι πολύ λιγότερο: 12,1 δισ. Ευτυχώς δεν του πέρασε από το μυαλό να αγοράσει τρεις-τέσσερις φτωχές χώρες της δυτικής Αφρικής. Θα είχαμε τότε σκλαβιά με ηλεκτροκίνηση.

Η πολύ περισσότερο αναπτυγμένη Αργεντινή αναγκάστηκε να δανειστεί ένα αντίστοιχο ποσό (40 δισ. $) όταν ο νεοφιλελεύθερος Πρόεδρος Μάκρι, μια κόπια ηγετών α λα Μητσοτάκη, τα έκανε θάλασσα. Με τα χρήματα του Μασκ το Μπουένος Άιρες θα είχε αποφύγει το ΔΝΤ, που επέστρεψε αγέρωχο στη χώρα.

Η συνεχώς αυξανόμενη ανισότητα, στο εσωτερικό όλων των χωρών του πλανήτη αλλά και μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, αποτυπώνεται και στον χώρο των ΜΜΕ. Οι ψηφιακοί γίγαντες, όπως η Google και το Facebook, που υποτίθεται ότι επιτελούν και ενημερωτικό ρόλο, έχουν καταβροχθίσει το μεγαλύτερο κομμάτι της διαφήμισης και δεν ξέρουν τι να κάνουν με τα κέρδη τους.

Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο γραπτός Τύπος: υφίσταται τον ανταγωνισμό από το Ίντερνετ, οι νεότερες γενιές δεν διαβάζουν εφημερίδες και τα έσοδα από τη διαφήμιση έχουν συρρικνωθεί.

Η αλματώδης αύξηση της τιμής του χαρτιού μπορεί να αποδειχθεί κάτι σαν τη χαριστική βολή στον Γουτεμβέργιο, στον χώρο του έντυπου Τύπου. Τον Ιανουάριο η αύξηση της τιμής είχε σχεδόν διπλασιαστεί, πριν ο πόλεμος στην Ουκρανία αυξήσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και των μεταφορών.

Μόνο τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, που συχνά ανήκουν σε μικρούς Μασκ, μπορούν να αντέξουν το χωρίς προηγούμενο τσουνάμι. Οι ανεξάρτητες εφημερίδες, μικρές και μεγάλες, καθώς και ο επαρχιακός Τύπος κινδυνεύουν από ξαφνικό θάνατο όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Αλλά ο γραπτός Τύπος είναι απαραίτητος διότι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ευνοεί την ψυχραιμία, τη δυνατότητα λογικής επεξεργασίας των ειδήσεων και συχνά τον διάλογο. Η εμπορική τηλεόραση δεν μπορεί να επιτελέσει αυτό το έργο. Στη Γαλλία, η άνοδος της Ακροδεξιάς που διαπιστώθηκε πρόσφατα ενισχύθηκε από την παράλληλη εμφάνιση ενός νέου τηλεοπτικού σταθμού που διέδιδε τις απόψεις της.

Το ίδιο συνέβη στις ΗΠΑ με την εμφάνιση του Fox Channel, που ενίσχυσε την άνοδο των ακροδεξιών ιδεών, ανέδειξε τον Τραμπ και βοήθησε αποφασιστικά στην εκλογή του το 2016. Τον Σεπτέμβριο του 2020, επί προεδρίας Τραμπ, δύο Αμερικανοί ερευνητές έκαναν ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα: τηλεθατές που παρακολουθούσαν το Fox πληρώθηκαν για να αλλάξουν κανάλι και να παρακολουθούν και CNN επτά ώρες την ημέρα.

Στο τέλος του πειράματος, παρότι συντηρητικοί και συχνά πολιτικά ενεργοί υπέρ των Ρεπουμπλικανών, οι τηλεθεατές του πειράματος είχαν αλλάξει απόψεις: θεωρούσαν ότι η πανδημία ήταν πράγματι σοβαρή, αντίθετα δηλαδή με όσα υποστήριζε η κυβέρνηση Τραμπ. Και για τον τελευταίο είχαν λιγότερο θετική γνώμη απ’ ό,τι πριν το πείραμα!

Στα διαδικτυακά καφενεία του Ίντερνετ τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Το δίκτυο βάζει σε δεύτερη μοίρα τις σοβαρές και ήπιες απόψεις και προωθεί σαν τρελό τις ακραίες. Αν καταφέρει να την επιβάλει στην πράξη, η πολιτική του Μασκ, που θέλει να μην υπάρχει ο παραμικρός περιορισμός στη διάδοση των fake news και του μίσους, των νεοναζιστικών και ακροδεξιών, συνωμοσιολογικών απόψεων θα μετατρέψει το Τwitter σε ένα δοχείο από ακαθαρσίες.

Αυτό με τη σειρά του θα επηρεάσει όλο το Ίντερνετ. Σε αυτό το περιβάλλον και λόγω αυτών των κινδύνων, ζήτησα με παρέμβασή μου από τους αρμόδιους κομισάριους της Ε.Ε. να ενισχύσουν με έκτακτα μέτρα το «προλεταριάτο» των ΜΜΕ, δηλαδή τον γραπτό Τύπο.