Της Gillian Tett

Την περασμένη εβδομάδα συμμετείχα σε μια αμερικανική τηλεοπτική εκπομπή με τον Yuval Noah Harari, τον Ισραηλινό καθηγητή και συγγραφέα του «Sapiens: A brief history of humankind».

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο παρουσιαστής, Bill Maher, οδύρονταν πως μια «λίστα αρνητών των εκλογών» διεκδικούν θέσεις στις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές της επόμενης εβδομάδας. Ο Harari μόρφασε και πρότεινε σοβαρά πως η αμερικανική δημοκρατία είναι πλέον τόσο προβληματική που «οι επόμενες προεδρικές εκλογές θα μπορούσαν να είναι οι τελευταίες δημοκρατικές εκλογές στην ιστορία των ΗΠΑ». Πρόσθεσε πως «δεν είναι μια μεγάλη πιθανότητα, αλλά θα μπορούσε να συμβεί».

O Maher άφησε το σχόλιο να περάσει στο ντούκου. Όπως κι εγώ. Αλλά καθώς έφευγα από το πλατό αργότερα εκείνο το βράδυ, ένοιωσα σοκαρισμένη. Πριν από λίγα μόλις χρόνια, θα ήταν δύσκολο να φανταστείς κάποιον να αφήνει να εννοηθεί στην mainstream τηλεόραση πως το εκλογικό σύστημα της Αμερικής μπορεί να είναι καταδικασμένο.

O Ηarari δεν είναι δημεγέρτης. Είναι ένας ευρυμαθής και σκεπτόμενος ιστορικός. Αυτό που ξάφνιασε περισσότερο ήταν πως δεν φάνηκε η δήλωσή του να είναι καθόλου σοκαριστική. Το να προβλέπεις τον θάνατο της Αμερικανικής δημοκρατίας έχει γίνει σχεδόν κανονικό.

Ο πρωταρχικός λόγος, βεβαίως, είναι πως ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συνεχίζει να λέει ψέματα για τις εκλογές του 2020. Με αυτόν τον τρόπο αρνήθηκε να αποδεχθεί το θεμέλιο μιας λειτουργικής δημοκρατίας, την ειρηνική μετάβαση εξουσίας. Αν ήταν ο μόνος που ξεστόμιζε θεωρίες συνωμοσίας, η επιρροή τους μπορεί να ήταν περιορισμένη. Αλλά τις θεωρίες αυτές τις έχουν υιοθετήσει και άλλοι Ρεπουμπλικάνοι, τις επαναλαμβάνουν κατά κόρον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα παπαγαλίζουν οι υπεροπαδοί τους σε διάφορες εκστρατείες. Ορισμένοι αρνητές των εκλογών στις τοπικές κυβερνήσεις προβαίνουν ακόμα και σε αλλαγή νόμων για να ασκήσουν περισσότερο έλεγχο επί μελλοντικών εκλογών.

Η βίαιη εξέγερση στις 6 Ιανουαρίου του 2021 ήταν με πολλούς τρόπους η φυσική συνέπεια της αντιδημοκρατικής ρητορικής του Τραμπ. Ένοπλοι στασιαστές εισήλθαν στο Καπιτώλιο και αποπειράθηκαν να αποτρέψουν την επιβεβαίωση της νίκης του Τζο Μπάιντεν. Ευτυχώς, οι απόπειρες για ανατροπή της δημοκρατίας απέτυχαν. Αλλά πολλοί πιστεύουν τώρα πως ο Τραμπ «οπωσδήποτε θα λάβει το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων την επόμενη φορά», όπως λέει ο Maher. Αν συμβεί αυτό, τότε θα μπορούσε να κερδίσει το 2024.

Μέλη του κύκλου του Τραμπ μου λένε πως, αν επιστρέψουν στην κυβέρνηση, όχι μόνο θα προσπαθήσουν να εκδικηθούν τους αξιωματούχους που διενήργησαν την έρευνα επί των γεγονότων της 6ης Ιανουαρίου, αλλά επίσης σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν μια ελάχιστα γνωστή νομική ρήτρα, που είναι γνωστή ως «Schedule F» για να διώξουν τους αντιπάλους τους από τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτό το δεύτερο έχει μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι ορισμένοι γραφειοκράτες εργάστηκαν ώστε να περιορίσουν τις χειρότερες υπερβολές της κυβέρνησης Τραμπ, όπως φαίνεται στο συναρπαστικό νέο βιβλίο του David Rothkopf, «American Resistance». Αυτό που ίσως έρχεται το 2024, αν όχι νωρίτερα, είναι η πολιτική της εκδίκησης.

Αυτό εξηγεί γιατί οι Δημοκρατικοί ανησυχούν για τον θάνατο της δημοκρατίας. Αλλά αυτό που είναι εξίσου εντυπωσιακό είναι πως και οι Ρεπουμπλικάνοι εκφράζουν ανησυχία. Πρόσφατη δημοσκόπηση του Quinnipiac University δείχνει πως το 69% των Ρεπουμπλικάνων πιστεύουν πως η δημοκρατία βρίσκεται υπό απειλή –ακριβώς το ίδιο ποσοστό με τους Δημοκρατικούς. Οι Ρεπουμπλικάνοι δεν κατηγορούν τον Τραμπ γι’ αυτό. Είτε συμφωνούν με το ψέμα του Τραμπ πως το εκλογικό αποτέλεσμα του 2020 ήταν ψευδές, ή λένε πως ο «ριζοσπαστικός εξτρεμισμός» των Δημοκρατικών υπονομεύει τις αμερικανικές αξίες.

Οι ψηφοφόροι χάνουν την πίστη τους στην ιδέα πως μπορεί να υπάρξει μεσολάβηση διαφορετικών απόψεων με αξιόπιστο εκλογικό τρόπο ή μέσω κανονικών forums συζήτησης. Καθώς διαδίδεται η παραπληροφόρηση, ορισμένοι ριζοσπαστικοποιούνται. Η τρομακτική επίθεση κατά του συζύγου της Νάνσι Πελόζι προκάλεσε ανησυχίες για περαιτέρω βία. Πρόσφατη έρευνα του Reuters/Ipsos έδειξε πως το 40% των ψηφοφόρων ανησυχούν τώρα πως θα υπάρξει εκφοβισμός ψηφοφόρων κατά τη διάρκεια των εκλογών.

Υποψιάζομαι πως το άλλο θέμα είναι πως οι πολιτικές διαφορές καθορίζονται όλο και περισσότερο από τις προσωπικές συμμαχίες και τα μίση, αντί για τις ιδέες. Έρευνα του Pew τον Αύγουστο έδειξε πως το 72% των Ρεπουμπλικάνων θεωρούν τους Δημοκρατικούς ανήθικους και ανέντιμους ανθρώπους, έναντι του 47% που ήταν το ποσοστό αυτό το 2016. Σχεδόν εξίσου πολλοί Δημοκρατικοί βλέπουν με τον ίδιο τρόπο τους Ρεπουμπλικάνους, με ομοίως δραματική αύξηση τα τελευταία έξι χρόνια. Αυτό είναι φυλετισμός.

Σημαίνει αυτό πως η πρόβλεψη του Harari για τον πιθανό θάνατο της δημοκρατίας είναι σωστή; Προσωπικά εξακολουθώ να δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Άλλωστε, η πόλωση και η πολιτική βία υπήρξαν χαρακτηριστικά της Αμερικανικής δημοκρατίας από την αρχή, με περιοδικές εποχές σημαντικής προόδου. Εξακολουθώ να ελπίζω πως πλησιάζουμε σε μια ακόμα εποχή προόδου.

Αλλά αυτή μπορεί να μην έρθει σύντομα: μια άλλη αποκαλυπτική πρόσφατη έρευνα έδειξε πως, αν και το 71% των Αμερικάνων πιστεύουν τώρα πως απειλείται η δημοκρατία, μόλις το 7% θεωρούν εθνική προτεραιότητα τη διόρθωση αυτού του θέματος. Η αίσθηση της κρίσης, με άλλα λόγια, μπορεί να πρέπει να βαθύνει περισσότερο προτού υπάρξει αντίδραση. Που, φυσικά, είναι ο λόγος για τον οποίον χρειαζόμαστε φωνές όπως αυτή του Harari να το φωνάξουν και όλους τους υπόλοιπους να θυμηθούν να νοιώσουν σοκαρισμένοι.