Του Γιώργου Κατρούγκαλου

Η Τουρκία το 2020 επιδείνωσε, σε πρωτοφανή βαθμό, την ένταση στις διμε­ρείς μας σχέσεις, τόσο με εμπρηστική ρητορική όσο και με έμπρακτες ενέρ­γειες επιθετικότητας. Απέναντι σε αυτή τη «συνεπή» ως προς τον αναθεωρη­τισμό στρατηγική, η κυβέρνηση ούτε χάραξε ούτε υποστήριξε κόκκινες γραμ­μές, απέτυχε τόσο στην αποτροπή όσο και στην διπλωματική τους αντιμετώπι­ση. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις συσκότισε συνειδητά το χαρακτήρα των τουρκικών προκλήσεων, για να συγκαλύψει την αδυναμία της να τις προλά­βει ή να τις αποκρούσει, για παράδειγμα με τις διαρροές περί «θορύβων» που δεν επιτρέπουν τις έρευνες του Oruc Reis, παλαιότερα με τους ισχυρισμούς ότι «την πήρε ο άνεμος».

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι όλα αυτά αποκαλύπτουν ένα τεράστιο κενό στρατηγικής, που βλάπτει τη χώρα και πρέπει άμεσα να καλυφθεί. Η κυβέρ­νηση τρέχει κάθε φορά, αντανακλαστικά και αμυντικά, πίσω από κάθε επιθετι­κή κίνηση της Τουρκίας, χωρίς σχέδιο και πρωτοβουλία. Δεν διεκδίκησε άμε­ση συμμετοχή στον ευρωτουρκικό διάλογο. Δεν έθεσε θέμα κυρώσεων παρά μόνον οκτώ μήνες μετά το παράνομο τουρκολιβυκό σύμφωνο, σχεδόν ένα χρό­νο μετά την επί της αρχής απόφαση για τις κυρώ­σεις που εξασφάλισε ο Αλέξης Τσίπρας. Δεν πήρε κυρώσεις γιατί δεν τις ζήτησε έγκαιρα, σε αντίθεση με την μικρή Κύπρο που πήρε κάποιες, έστω ελα­φρές. Δεν πήρε όμως κυρώσεις και γιατί δεν ενέ­ταξε τη σχετική προσπάθεια σε ένα πλαίσιο ενερ­γητικής, πολυμερούς διπλωματίας, όπως είχαμε κάνει εμείς. Για παράδειγμα, για πάνω από ενάμιση χρόνο εγκατέλειψε τον πολύ αποτελεσματικό θεσμό της Διάσκεψης των Επτά Χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου, με αποτέλεσμα να μην έχουν στα τελευταία Συμβούλια ανάλογη στάση με αυτή της διακυβέρ­νησης μας χώρες όπως η Ιταλία ή η Ισπανία.

Τέλος σημαντική εκδήλωση του κενού στρατη­γικής είναι και οι αντιφάσεις που υπάρχουν μεταξύ του ΥΠΕΞ και του κ. Μητσοτάκη, όταν ο τελευταί­ος αποκλίνει από τις σταθερές της εξωτερικής μας πολιτικής. Για παράδειγμα το ΥΠΕΞ καταδικάζει τις τουρκικές παραβιάσεις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Αντιθέτως, ο κ. Μητσο­τάκης, μιλά για έρευνες «σε μη οριοθετημένη περιοχή», δίνοντας επιχειρήματα σε όσους διαφοροποιούν την περίπτωση των τουρκικών παραβιάσεων στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Άλλο παράδειγμα, σε σχέση με την πολυμερή Διάσκε­ψη για την Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με πληροφορίες των ΜΜΕ που δεν έχουν διαψευσθεί, το ΥΠΕΞ προέβη σε διαβήματα στα κράτη-μέλη ΕΕ τονίζο­ντας ότι θα συναινέσει στην πραγματοποίησή της Διάσκεψης μόνο αν τερμα­τιστεί η τουρκική προκλητικότητα. Αντιθέτως, ο κ. Μητσοτάκης «άδειασε» τη διπλωματία μας, συναινώντας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, να προχωρήσει η Διάσκεψη χωρίς όρους και εγγυήσεις.

Πρέπει να αποκτήσουμε εθνική στρατηγική με πρώτο βήμα την αυτοκριτι­κή της κυβέρνησης και τη σύγκληση του Συμβουλίου πολιτικών αρχηγών και σκοπό την επιστροφή σε ενεργητική και πολυδιάστατη διπλωματία. Στην εξω­τερική πολιτική κερδίζουμε μόνον όταν μπορούμε να αναδείξουμε την αμοι­βαιότητα των συμφερόντων, όπως κάναμε στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τον στρατηγικό διάλογο, τον αγωγό EastMed και το σχήμα 3 + 1, όχι όταν εμφανιζόμαστε, όπως έκανε ο κ. Μητσοτάκης στην Ουάσιγκτον, ως προ­βλέψιμοι και δεδομένοι.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα πρέπει να εναχθούν στο ευρύτερο πλαίσιο των ευρωτουρκικών σχέσεων. Για το σκοπό αυτό, αλλά κυρίως για να αποκτή­σει φωνή και ρόλο η Ευρωπαϊκή Ένωση στην διεθνή σκηνή, θα πρέπει να ενι­σχύσουμε τις προτάσεις για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, που βασί­ζονται στην ιδέα της ευρωπαϊκής κυριαρχίας όχι μόνο στο αμυντικό πεδίο, όπου τα σύνορα κάθε χώρας είναι σύνορα της Ευρώπης, αλλά και στην ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας σε σχέση με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ.

Μόνο υπό τις προϋποθέσεις αυτές θα είναι αποτελεσματικός ο διάλογος με την Τουρκία, για την επίλυση της διαφοράς μας για τις θαλάσσιες οικονο­μικές ζώνες. Οι διερευνητικές, όποτε ξεκινήσουν, πρέπει να μην έχουν ως βάση εκβιασμούς και απειλές χρήσης βίας, να βασίζονται στο διεθνές δίκαιο και την ενεργή επιδίωξη λύσης και να αρχίσουν από εκεί που σταμάτησαν το 2016 με ευθύνη της Τουρκίας. Δεν μπορούν να περιλαμβάνουν οποιοδήπο­τε θέμα κυριαρχίας, όπως για παράδειγμα οι υποτιθέμενες «γκρίζες ζώνες» ή η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας. Το ίδιο ισχύει για τον διάλογο για ΜΟΕ που πρέπει να αρχίσει σίγουρα. Κυρίως, εάν υπάρχει οποιοδήποτε κεί­μενο-πλαίσιο σε συνέχεια των διαπραγματεύσεων του Βερολίνου του Ιουλί­ου, πρέπει να διασφαλίζει τις θέσεις της Ελλάδας και να υπάρξει εκ των προ­τέρων ενημέρωση της αντιπολίτευσης.