Για πολλές εβδομάδες οι κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Πολωνίας επέμεναν στο βέτο για τη χρηματοδότηση της ΕΕ στην περίοδο 2021-2027 και συνέχιζαν το πόκερ. Και οι δύο ξεκαθάριζαν ότι θα άρουν το βέτο μόνο εάν ανακληθεί η ρήτρα περί «κράτους δικαίου», η οποία περιορίζει τις ροές κοινοτικών κονδυλίων σε περίπτωση που μία χώρα-μέλος δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις αρχές του κράτους δικαίου. Ο στόχος τους δεν εκπληρώθηκε. Υπό τον φόβο απώλειας των πολύτιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, τόσο η Βαρσοβία όσο και η Βουδαπέστη συμφώνησαν με τη συμβιβαστική πρόταση της γερμανικής προεδρίας να εμπλακεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στον νέο μηχανισμό, κρίνοντας εάν και πότε συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συγκεκριμένης ρήτρας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι περικοπές κονδυλίων μπορεί να καθυστερούν, αλλά δεν αναιρούνται.

Και όμως, οι δύο πρωθυπουργοί δηλώνουν εξαιρετικά ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης. «Νικήσαμε» λέει ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, χρησιμοποιώντας μάλιστα λεξιλόγιο που παραπέμπει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Υπερασπιστήκαμε τα συμφέροντα της Ουγγαρίας, η D-Day ήταν μία επιτυχία, η απόβαση είχε αίσιο τέλος». Σε λιγότερο κραυγαλέο ύφος ο Πολωνός πρωθυπουργός Ματέους Μoραβιέτσκι εκφράζει και εκείνος την ικανοποίησή του, γιατί, όπως δήλωσε στις Βρυξέλλες, με τη διασαφήνιση των κριτηρίων περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του μηχανισμού περί κράτους δικαίου και δεν αρκεί πλέον ένας απλός ισχυρισμός περί παραβιάσεων για να αρχίσουν οι περικοπές κονδυλίων.

Δύο διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας

Στην ίδια γραμμή κινούνται τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ. «Νίκη της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, μεγάλη επιτυχία η συμφωνία» επιγράφεται το ρεπορτάζ στην εφημερίδα Magyar Nemzet, που θεωρείται φερέφωνο της ουγγρικής κυβέρνησης. «Οι Βρυξέλλες δεν μπόρεσαν να μας εκβιάσουν με τα χρήματα, δεν κατάφεραν να μας νικήσουν με τα νέα τους όπλα», γράφει η επίσης φιλοκυβερνητική ιστοσελίδα Origo. Διαμετρικά αντίθετη η προσέγγιση της αντιπολίτευσης: Για παράδειγμα ο Μπόρις Μπούντκα, επικεφαλής του μεγαλύτερου πολωνικού κόμματος της αντιπολίτευσης PO, θεωρεί ότι ο πρωθυπουργός Μοραβιέτσκι «δεν επέτυχε κανένα όφελος για την Πολωνία, ούτε περισσότερα χρήματα, ούτε ένα επιπλέον ταμείο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να συντηρεί τη δυσθυμία που επικρατεί στην Ευρώπη απέναντι σε αυτή την κυβέρνηση, απέναντι στην Πολωνία».

Και στην Ουγγαρία η αντιπολίτευση κάνει λόγο για «πλήρη αποτυχία» της στρατηγικής Όρμπαν. Η Αννα Ντονάτ, ευρωβουλευτής του φιλελεύθερου κόμματος Momentum γράφει ότι «αυτό που πουλάει ως νίκη ο Όρμπαν δεν είναι τίποτε άλλο από ένα άθροισμα αντιπαραθέσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καν» και αναφέρει ως παράδειγμα ότι η ΕΕ ποτέ δεν είχε συνδέσει τον μηχανισμό περί κράτους δικαίου με τη μεταναστευτική πολιτική, όπως λένε στη Βουδαπέστη.

Δεν λείπει όμως και η κριτική από την άλλη πλευρά, δηλαδή από εκείνους που θεωρούν ότι ο συμβιβασμός λειτουργεί εις βάρος των δύο «απρόθυμων» χωρών. Στην Πολωνία μάλιστα δρομολογείται κυβερνητική κρίση, καθώς ο Ζμπίγκνιου Ζιόμπρο, υπουργός Δικαιοσύνης και επικεφαλής του μικρότερου κόμματος Solidarna Polska που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό υπό τον Μοραβιέτσκι, καταγγέλλει ότι ο συμβιβασμός των Βρυξελλών «δεν είναι νομικά δεσμευτικός», αλλά αποτελεί απλή διακήρυξη προθέσεων και κατά συνέπεια δεν αποτρέπει την πιθανότητα να «περιοριστεί η εθνική κυριαρχία». Πρόκειται για ένα ακόμα επεισόδιο στη συνεχή αντιπαράθεση του εθνικιστή Ζιόμπρο με τον μάλλον μετριοπαθή Μοραβιέτσκι. Φαίνεται ότι ο ανταγωνισμός των δύο ανδρών καλά κρατεί, καθώς και οι δύο εποφθαλμιούν την ηγεσία του κυβερνώντος εθνολαϊκιστικού κόμματος «Νόμος και Δικαιοσύνη» (PiS).

Κι όμως: Ποσοστά-ρεκόρ υπέρ της Ευρώπης

Δεν λείπουν όμως οι νηφάλιοι παρατηρητές που εκτιμούν ότι ο Όρμπαν βγήκε κερδισμένος από το «παζάρι» των Βρυξελλών, αν και με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που ο ίδιος προβάλλει ως επιτυχία. Για την ουγγρική ιστοσελίδα 24.hu «όλοι κέρδισαν από λίγο σε αυτόν τον συμβιβασμό, αλλά ο Όρμπαν κέρδισε περισσότερο, γιατί κύρια προτεραιότητα του Όρμπαν ήταν να μη χάσει ευρωπαϊκά κονδύλια μέχρι τις εκλογές του 2022». Όσο για τη Γερμανία, εκτιμά η ουγγρική ιστοσελίδα, «ενδιαφέρεται για το κράτος δικαίου μόνο στον βαθμό που δεν κινδυνεύει η ομαλή λειτουργία της οικονομίας». Για την πολωνική εφημερίδα Gazeta Wyborcza ο Όρμπαν είναι «ο επικεφαλής ενός συστήματος διαφθοράς, το οποίο στηρίζουν ολιγάρχες χρηματοδοτούμενοι από τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις». Με τα χρονικά περιθώρια για την εφαρμογή του μηχανισμού περί κράτους δικαίου που δίνει πλέον ο συμβιβασμός στην ΕΕ, ο Όρμπαν έχει τον χρόνο να προετοιμαστεί για τις επόμενες εκλογές».

Όλα αυτά, ενώ το κυβερνών κόμμα στην Ουγγαρία, αλλά και στην Πολωνία, καταφεύγει σε όλο και πιο οξεία αντιευρωπαϊκή ρητορεία. Φαίνεται όμως ότι πολλές φορές η τακτική αυτή έχει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Και στις δύο χώρες το ποσοστό εκείνων που υποστηρίζουν την παραμονή στην ΕΕ έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις: 87% στην Πολωνία και 85% στην Ουγγαρία.