Του Μιχάλη Παπαδόπουλου

Τα φιρμάνια και οι χάρτες του Ρ. Τ. Ερντογάν τείνουν να καταστούν o διεθνής «νόμος» στην Ανατολική Μεσόγειο. Το «δίκαιο», σύμφωνα με τα «καλά και συμφέροντα» της νεο-οθωμανικής τουρκικής ελίτ, σπεύδει να υποκαταστήσει το διεθνές δίκαιο, το οποίο κανείς δεν μπορεί ή δεν θέλει να υπερασπίσει.

Η Τουρκία δεν παραβιάζει, απλώς, τη διεθνή έννομη τάξη, αλλά, πλέον, με τις έκνομες και προκλητικές, διά της ωμής στρατιωτικής ισχύος και κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου, ενέργειές της, επιβάλλει νέα θέσμια στη διεθνή πολιτική πρακτική και δημιουργεί, de facto, νέες πολιτικές πραγματικότητες, που περισφίγγουν, έτι περαιτέρω, την ήδη ασθμαίνουσα ελληνική και κυπριακή εθνική κυριαρχία.

Διά της συμφωνίας με τη Λιβύη για τον προσδιορισμό των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία, α) επιχειρεί να αναδειχθεί σε κυρίαρχο ρυθμιστή του ενεργειακού και γεωπολιτικού παιγνίου στην περιοχή, β) να περιχαρακώσει, και να εξουδετερώσει, γεωπολιτικά την Ελλάδα και την Κύπρο, γ) να ακυρώσει την προοπτική κατασκευής του EastMed, ο οποίος διέρχεται απ’ όλη την Ανατολική Μεσόγειο προς την Ιταλία και την Ευρώπη, δ) να ελέγξει και να καρπωθεί τον τεράστιο, σε ενεργειακά αποθέματα, υποθαλάσσιο πλούτο της περιοχής.

Ανεπίδεκτοι μαθήσεως…

Από την αποφράδα εκείνη νύχτα των Ιμίων, που ο τότε Έλλην Πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, έσπευδε, από του βήματος του ελληνικού Κοινοβουλίου, να ευχαριστήσει τους Αμερικανούς, οι οποίοι, διά της παρέμβασής τους, απέτρεψαν, την υστάτη, μίαν άγνωστης έκτασης ελληνοτουρκική σύρραξη, αφήνοντας, ωστόσο, ή και προετοιμάζοντας, πεδίον δόξης λαμπρόν για τις παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, το ελλαδικό πολιτικό σύστημα όφειλε, πρώτον, να μην έχει οιεσδήποτε αυταπάτες για τις «σχέσεις γειτονίας» με την υπερ θερμαινόμενη από επεκτατικό σοβινισμό γείτονα, και, δεύτερον, να φροντίσει να μην χρειαστεί ξανά να ευχαριστήσει οιονδήποτε για την αποτροπή (προσωρινή, έστω) της τουρκικής απειλής. Αλλά, φευ! Έκτοτε, η ιστορία είναι γνωστή και το… πλειστάκις εξαμαρτείν έχει καταστεί το motto της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας, με τα σημερινά τραγικά εθνικά αδιέξοδα.

Στον ύπνο των ψευδαισθήσεων

Κάποιοι, ακόμα και τώρα που ο νεο-οθωμανικός επεκτατισμός δεν κουρταλεί, απλώς, τας θύρας, αλλά βρίσκεται ήδη εντός των πυλών, αναμένουν να διαγνώσουν τις… προθέσεις της Άγκυρας και αναλίσκονται σε ανεμώλια ευχολόγια περί… συνετίσεως του Ρ. Τ. Ερντογάν και συμμόρφωσής του προς τη «λογική» και τη διεθνή δικαιοπολιτική τάξη. Αναμένουν «εποικοδομητικές κινήσεις» στο Κυπριακό, «λογική συμπεριφορά» στα Ελληνοτουρκικά και σεβασμό του διεθνούς δικαίου από μια χώρα που έχει αναγάγει τον «ιστορικό αναθεωρητισμό σε κρατική ιδεολογία» – άρα, a priori, δεν μπορεί παρά να γράφει το διεθνές δίκαιο και όλες τις διεθνείς συνθήκες στα παλαιότερα των υποδημάτων της – και έχει μετατρέψει την «κρατική σκοπιμότητα» σε κανόνα δικαίου, επιβαλλόμενο με τη βία.

Ακόμα και τώρα, κάποιοι, αντί να αναγνωρίσουν την ιμπεριαλιστική φύση του τουρκικού κράτους και να αντιδράσουν στον εκδηλούμενο επεκτατισμό του, μηρυκάζουν την εθνομηδενιστική τους σαβούρα ανακαλύπτοντας… πολεμοκάπηλους στην ελληνική πλευρά, που σπεύδει, εκούσα άκουσα, να περιφρουρήσει την εύθρυπτη και βαλλόμενη εθνική της κυριαρχία, ή εγκαλούν τη δύσμοιρη Κυπριακή Δημοκρατία ότι παρασύρει, δήθεν, την Αθήνα στις απερίσκεπτες τριμερείς συνεργασίες για την ενέργεια, προκαλώντας την Τουρκία, που φυσιολογικώς αντιδρά!

Σάμπως και η Τουρκία απηύθυνε το περιβόητο casus belli εναντίον της Ελλάδας, ανυπόστατο στο διεθνές δίκαιο ως νομικό επιχείρημα, μετά τη σύμπηξη των τριμερών ενεργειακών συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο ή τώρα μόλις αποφάσισε να μετέλθει την επιθετική τακτική των συνεχών αμφισβητήσεων και παραβιάσεων – εφ’ όλης της ύλης – της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας.

Η Τουρκία, μετά την κατάληψη της κυπριακής ΑΟΖ, θέτοντας σε πλήρη εφαρμογή το δόγμα της «γαλάζιας πατρίδας» -, που έχει ως στόχο τη μετατροπή της Αν. Μεσογείου σε τουρκική λίμνη, όθεν την εξασφάλιση, διά της θαλάσσιας ισχύος, της γεωπολιτικής της ηγεμονίας στην περιοχή -, και παραβιάζοντας, για άλλη μια φορά, κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, έχει υφαρπάξει, παράνομα και ετσιθελικά, την ελληνική υφαλοκρηπίδα, χρίζοντάς την δική της, και απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα, εάν αποτολμήσει να διενεργήσει οιεσδήποτε ενέργειες εντός των ορίων της!

Η ωμή αυτή απειλή, όπως και άλλες παρόμοιες που σχεδόν καθημερινά κοσμούν την ατζέντα των τουρκικών παράνομων διεκδικήσεων, εκτοξεύθηκε από τα χείλη του… αρμοδιότερου, μετά τον Ρ. Τ. Ερντογάν, να απειλεί Τούρκου αξιωματούχου, του ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ο οποίος, μετά τις θρασύτατες απειλές του Υπουργού Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, αλλά και του ίδιου του Τούρκου Προέδρου, εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου, προειδοποίησε την Αθήνα ότι «κανένας δεν μπορεί να κάνει εργασίες στην υφαλοκρηπίδα μας χωρίς την άδειά μας. Αν μπουν στην υφαλοκρηπίδα μας χωρίς την άδεια, θα τους εμποδίσουμε».

Τις προκλητικές απειλές συνέχισε ο Υπουργός Ενέργειας της Τουρκίας, Φατίχ Ντονμέζ, την περασμένη Πέμπτη, μετά την κατάθεση από την Άγκυρα των συντεταγμένων της συμφωνίας με τη Λιβύη στον ΟΗΕ, προειδοποιώντας ότι «χωρίς την άδεια της Τουρκίας δεν θα περνάει κανείς απ’ αυτό το κομμάτι της Ανατολικής Μεσογείου», όπερ, την περιοχή που περιλαμβάνεται στο Μνημόνιο και η οποία, σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό, ξεκινά από την Αττάλεια και φθάνει έως την Τρίπολη.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την τουρκική θεώρηση της γεωγραφίας, η Ελλάδα θα πρέπει να εξασφαλίζει… άδεια από την Τουρκία για να διαπλέει ανατολικώς και νοτίως της Κρήτης ή για να αναπτύσσει οιεσδήποτε δραστηριότητες στις παράκτιες αυτής περιοχές.

«Τα σύνορα της καρδιάς μας»

Τα «σύνορα της καρδιάς μας», για τα οποία ο Τούρκος Πρόεδρος μεγαλαυχούσε με κομπορρημονούσα νεο-οθωμανική έπαρση, άρχισαν να προσλαμβάνουν σαφές περίγραμμα, εκτεινόμενα πολύ εκείθεν των ολίγιστων 780 χιλ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπως καθόριζε η συνθήκη της Λωζάνης τα σύνορα της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Το σαρωτικό, σήμερα, κύμα του τουρκικού αναθεωρητισμού εκκινεί από την Κεντρική Ασία, διασχίζει τη Μέση Ανατολή και, εκτεινόμενο σε όλη τη θαλάσσια περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, εκβάλλει στη Βόρειο Αφρική και στα Βαλκάνια. Και έχει δύο βασικές αιχμές: την προβολή της ωμής στρατιωτικής ισχύος και τις συνεχείς παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, το οποίο είτε μεθερμηνεύει κατά το δοκούν, είτε επιχειρεί να το υποκαταστήσει με έκνομες και μη παράγουσες έννομα αποτελέσματα ενέργειες, προκειμένου να αποκομίσει ασύμμετρα πολιτικά οφέλη.

Προεικονίζοντας το μέλλον

Ας θυμηθούμε, χάριν… καθυστερημένης, έστω, ορθοβουλίας, τι έλεγε, προ τριετίας, προεικονίζοντας το μέλλον και τις τουρκικές μεθοδεύσεις, ο Τούρκος Πρόεδρος: «Δεν μπορούμε το 2016 να κινούμαστε με τη λογική του 1923. Αυτό είναι άδικο, δεν μπορούμε να το δεχθούμε. Όταν αλλάζουν τα πάντα στον κόσμο, δεν μπορούμε να βρισκόμαστε στο σημείο που βρεθήκαμε τότε… Από το 1914, που φτάσαμε από τα 2.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μέσα σε εννέα χρόνια στη Λωζάνη, μαζί και με το Χατάι, πέσαμε στα 780.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Σε μικρό χρονικό διάστημα. Στόχος μας στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν το Εθνικό Συμβόλαιο. Δυστυχώς, και στα δυτικά και στα ανατολικά σύνορά μας δεν προστατεύσαμε τα εδάφη μας… Μια κατάσταση που προέκυψε από ανάγκη την αποδεχθήκαμε και εγκλωβιστήκαμε. Αυτό εμείς το αρνούμαστε. Η Τουρκία ήταν του 1923 και όσοι την εγκλώβισαν είχαν ως στόχο να ξεχαστεί το παρελθόν της, που είναι 1.000 ετών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και με τους Σελτζούκους».

Αυτά, από τον Οκτώβριο του 2016, όταν, με τον πλέον επίσημο τρόπο, το νεο-οθωμανικό καθεστώς της Άγκυρας προέβαινε σε σαφή αμφισβήτηση τα συμφωνίας της Λωζάνης, εξαγγέλλοντας, στην ουσία, την αλλαγή της.

Η… νέα ιστορία

Σύμφωνα με την τουρκική θεώρηση, η «παλιά» ιστορία, που επέβαλε στο τουρκικό κράτος μια ασφυκτικά εγκλωβιστική συνθήκη, είναι ανακόλουθη με τη σύγχρονη πραγματικότητα, και, ως εκ τούτου, πρέπει να την ακολουθήσει μια «νέα» ιστορία, η οποία θα αίρει τους μη ρεαλιστικούς περιορισμούς του παρελθόντος, αλλά και θα παρέχει τα περιγράμματα (εύπλαστα, προφανώς, και ευχερώς ευμετάβολα) εκδίπλωσης τού, υπό το νεο-οθωμανικό πρόσημο, τουρκικού εθνικού δυναμισμού.

Το παρόν, με άλλα λόγια, ως αποτέλεσμα της δράσης της «παρελθούσας» ιστορίας, είναι μια ανωμαλία η οποία πρέπει να διορθωθεί, με βάση ό,τι η μακραίωνη ιστορία του τουρκικού έθνους, στην οθωμανική του έκφανση, «μας επιτάσσει να θέλουμε να γίνουμε».

Το σύγχρονο τουρκικό κράτος, λοιπόν, με την ιστορική συνθήκη που το ορίζει, όντας η απομειωμένη συνέχεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι ένα πρόσκαιρο, μεταβατικό ιστορικό «σύμπτωμα», το οποίο προορίζεται να πραγματώσει μια προαιώνια ουσία, την ουσία του μεγάλου τουρκικού έθνους, η οποία οδεύει προς την ιστορική της εκπλήρωση.

Μόνον τότε θα μπορέσει και το ίδιο να πραγματωθεί οντολογικο-ιστορικά, όταν πραγματώσει αυτήν την ουσία, αποστολή που αναλαμβάνει, πεπρωμενικά, ως επιγονικός ορκωμότης.

Προφανώς, πίσω από αυτήν τη θεώρηση υποκρύπτεται ένας ανορθόλογος ιστορικός βολονταρισμός, που συγκρούεται με όλες τις φαινομενικά αδιάσειστες «ορθολογικότητες» του μεταπολεμικού κόσμου: το διεθνές δίκαιο, βασισμένο στον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, το, εκ τούτου εκπορευόμενο, νέο διεθνές σύστημα συλλογικής ασφάλειας, την αρχή της κυρίαρχης ισότητας των κρατών, την απαγόρευση της χρήσης βίας, παρά μόνο για σκοπούς αυτοάμυνας, τον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών/εθνών, κ.λπ.

Είναι προφανές πως ο τουρκικός επεκτατισμός, εις αναζήτηση «ζωτικού χώρου», επιβουλεύεται τα πάντα γύρω του, όσα, δηλαδή, αποτελούν τροχοπέδη και παράγοντα παρεμπόδισής του. Για την Άγκυρα, Ελλάδα και Κύπρος παρεμβάλλονται, ακριβώς, στην ανάπτυξη αυτού του ζωτικού χώρου και πρέπει να συρρικνωθούν, κυριαρχικά, όσο επιτάσσει η λογική της τουρκικής επέκτασης.

Απέναντι σε μια τέτοια λογική, απάντηση δεν μπορεί να είναι ο συνεχής κατευνασμός, οι υποχωρήσεις και η συμμόρφωση προς τις τουρκικές απαιτήσεις. Απάντηση είναι μόνον η αποτροπή, ως παράγων διαφύλαξης της εθνικής κυριαρχίας και της ειρήνης. Το ερώτημα είναι: Ελλάδα και Κύπρος είναι αποφασισμένες και μπορούν να λειτουργήσουν και να δράσουν αποτρεπτικά, ώστε να αποτρέψουν έναν επιβεβλημένο, λόγω των συνεχών υποχωρήσεων, πόλεμο ή μία «αναίμακτη», αλλά, εκ των πραγμάτων, καταστροφική συρρίκνωση; Η απάντηση σ’ αυτό, θα κρίνει το ιστορικό μέλλον του Ελληνισμού μέσα στη δυσοίωνη πλανητική συνθήκη.

Πηγή: Σημερινή