Ήταν πρωί της 4ης Ιουνίου του 2008, όταν η είδηση της δολοφονίας του Νίκου Σεργιανόπουλου, ενός από τους πιο αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς, άρχισε να μεταδίδεται σε όλα τα κανάλια: ο ηθοποιός βρέθηκε άγρια δολοφονημένος στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι.

H σύλληψη για τα ναρκωτικα

Μερικούς μήνες πριν το όνομα του Νίκου Σεργιανόπουλου γίνει πρώτο θέμα, ο ηθοποιός απασχόλησε την επικαιρότητα – κάτι που δεν συνήθιζε, καθώς ήταν χαμηλών τόνων και προέβαλλε μόνο τις δουλειές του – με μια υπόθεση ναρκωτικών.

Στις 2 Δεκεμβρίου του 2007 ο ηθοποιός συνελήφθη, κατόπιν τυχαίου ελέγχου στο δρόμο, έχοντας στην κατοχή του 35 γραμμάρια κοκαΐνης και κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών. Ο Νίκος Σεργιανόπουλος δεν προφυλακίστηκε, ωστόσο, καθώς δήλωσε και διαγνώστηκε εξαρτημένος χρήστης.

Η άγρια δολοφονία στο Παγκράτι

Στις 07:00 το πρωί εκείνης της Πέμπτης του 2008, η οικιακή βοηθός του 56χρονου ηθοποιού επισκέφθηκε το διαμέρισμά του στον 5ο όροφο της οδού Μετεώρων 14-16 στο Παγκράτι, όπως κάθε βδομάδα.

Η ίδια εντόπισε το άψυχο σώμα του ηθοποιού, κατακρεουργημένο, στο πάτωμα του σαλονιού μέσα σε λίμνη αίματος.

Τα δυσάρεστα και ανατριχιαστικά νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα και πολύ σύντομα η ήσυχη γειτονιά είχε γεμίσει με πλήθος κόσμου.

Τα κανάλια κατέκλυσαν την Μετεώρων, οι κάμερες πάλευαν για ένα πλάνο από το ρετιρέ του ηθοποιού και οι γείτονες σοκαρισμένοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν το φρικτό έγκλημα και πώς ο αγαπημένος τους Νίκος, όπως όλοι τον προσφωνούσαν, βρέθηκε δολοφονημένος τόσο άγρια.

Ο Νίκος Σεργιανόπουλος έφερε 21 μαχαιριές στην καρδιά, το λαιμό και τους πνεύμονες, ενώ ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής υπηρεσίας, Φίλιππος Κουτσάφτης, που είχε εξετάσει πρώτος το πτώμα, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Το πτώμα βρέθηκε γυμνό επί του δαπέδου σε ύπτια θέση και κάμψη των γονάτων.

Ο τρόπος που βρέθηκε δολοφονημένος ο ηθοποιός ήταν τρομακτικός για όλους, καθώς ήταν έκδηλη η βιαιότητα με την οποία μαχαιρώθηκε, αλλά και ο αριθμός των θανάσιμων τραυμάτων.

Στο σπίτι του βρέθηκαν αιματηρά πελματικά αποτυπώματα στην κουζίνα και το μπάνιο, αλλά και το φονικό όπλο με το οποίο «κατέσφαξαν» τον ηθοποιό.

Ήταν ένα κουζινομάχαιρο, το οποίο ο δράστης δεν πήρε μαζί του φεύγοντας από τον τόπο του εγκλήματος, αλλά το έπλυνε πρόχειρα και το τοποθέτησε σε συρτάρι της κουζίνας, μαζί με άλλα μαχαίρια.

Το υπόλοιπο σκηνικό συνέθεταν τασάκια γεμάτα τσιγάρα, άδεια μπουκάλια από μπύρες, μικροποσότητες κοκαΐνης και άλλες ουσίες στο τραπέζι του σαλονιού, ενώ τα πάντα μέσα στο διαμέρισμα του ηθοποιού ήταν αναποδογυρισμένα.

Επίσης, από την έρευνα στον χώρο διαπιστώθηκε πως η πόρτα του σπιτιού ήταν παραβιασμένη μόνο εσωτερικά, κάτι που μαρτυρούσε πως το θύμα γνώριζε τον δράστη και εισήλθαν μαζί στο σπίτι του ηθοποιού ή είχαν ραντεβού.

Παράλληλα, άρχισαν να γίνονται γνωστές διάφορες πληροφορίες που ήθελαν τον ηθοποιό να συνάπτει εφήμερες ερωτικές σχέσεις με αλλοδαπούς που γνώριζε σε διάφορες πλατείες της Αθήνας και οι έρευνες επικεντρώθηκαν σε αυτά τα στοιχεία και στράφηκαν στα μέρη που σύχναζε, ενώ ξεκίνησε ένα ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό του δράστη.

Ο δράστης, η Πλατεία Βικτωρίας και η δίκη

Περίπου πενήντα μέρες μετά την άγρια δολοφονία του ηθοποιού, τον Ιούλιο του 2008, οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν ως ύποπτο έναν 30χρονο άνδρα από την Γεωργία, εν ονόματι Ντέιβιντ Μουρτικνέλι.

Λίγες μέρες αργότερα, ο ίδιος ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Νίκο Σεργιανόπουλο, υποστηρίζοντας πως ο ηθοποιός τον πλησίασε στην Πλατεία Βικτωρίας τα ξημερώματα της 4ης Ιουνίου και πως τον προσέγγισε, υποσχόμενος να περάσουν ένα βράδυ με ναρκωτικά και γυναίκες στο σπίτι του ηθοποιού.

Όπως ισχυρίστηκε, πήγαν όντως στο διαμέρισμά του, αλλά ο ηθοποιός του ζήτησε με την απειλή μαχαιριού να συνευρεθούν ερωτικά και να έχει παθητικό ρόλο. Σύμφωνα με τον ίδιο, προβλήθηκε και πήρε το μαχαίρι και τον σκότωσε.

Στον εντοπισμό του δράστη συνέβαλε τα μέγιστα η εγκληματολογική υπηρεσία, στα εργαστήρια της οποίας ταυτοποιήθηκαν δακτυλικά, παλαμικά και πελματικά αποτυπώματα του Μουρτικνέλι.

Ποιος ήταν

Ο ηθοποιός είχε γεννηθεί στη Δράμα στις 24 Σεπτεμβρίου του 1952 και είχε σπουδάσει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, από όπου αποφοίτησε το 1979, και στη συνέχεια τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ίδρυσε την Πειραματική Σκηνή της “Τέχνης” στη Θεσσαλονίκη μαζί με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την Έφη Σταμούλη, τον Χρήστο Αρνομάλλη και Διευθυντή τον Νικηφόρο Παπανδρέου.

Έπαιξε και πρωταγωνίστησε σε πολλά θεατρικά έργα ως μέλος της Πειραματικής Σκηνής της “Τέχνης” (1979-1983), του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1983-1993), του θεάτρου “Αθηνών” (1993), αλλά και του θεάτρου “Βεάκη” (2001).