Το δρόμο για να αποφύγουμε το κλείσιμο των σχολείων με νέα μέτρα δείχνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ποιοι ζητούν κλειστά σχολεία στην Ελλάδα και η νέα πρόταση από την αντιπολίτευση.

Το δρόμο για να αποφύγουμε το κλείσιμο των σχολείων με νέα μέτρα δείχνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ενώ οι άνθρωποι της πρώτης γραμμής και των ΜΕΘ χτυπούν καμπανάκι και ζητούν κλειστά σχολεία πριν τα Χριστούγεννα και άνοιγμα λίγες μέρες αργότερα.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, ώστε να μην οδηγηθούμε σε κλειστά σχολεία, καθώς αυξάνονται τα κρούσματα στις μικρές ηλικίες.

Συγκεκριμένα, ο ΠΟΥ ζήτησε να προστατεύονται καλύτερα τα παιδιά, που αυτή τη στιγμή αποτελούν την ηλικιακή ομάδα που πλήττεται περισσότερο.

Έτσι, συστήνει να ενισχυθούν οι διαγνωστικοί έλεγχοι στα σχολεία και να εξεταστεί ο εμβολιασμός παιδιών που πάνε σχολείο.

«Η χρήση μασκών και εξαερισμού, παράλληλα με τακτικά τεστ, οφείλει να είναι ο κανόνας σε όλη την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ο εμβολιασμός των παιδιών πρέπει να συζητηθεί και να εξεταστεί σε εθνικό επίπεδο, προκειμένου να προστατεύονται τα σχολεία», ανέφερε χαρακτηριστικά ο περιφερειακός διευθυντής του ΠΟΥ για την Ευρώπη Χανς Κλούγκε, σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, αυτή τη στιγμή τα κρούσματα αυξάνονται σε όλες τις ηλιακές ομάδες «με τα υψηλότερα ποσοστά αυτή τη στιγμή να καταγράφονται μεταξύ 5 και 14 ετών».

Ο Οργανισμός εξέφρασε εκ νέου την ανησυχία του για το νέο παραλλαγμένο στέλεχος Όμικρον, αλλά ζήτησε να καταπολεμηθεί το στέλεχος Δέλτα που είναι κυρίαρχο αυτή τη στιγμή «για μια νίκη αύριο έναντι της Ομικρον».

Η κατάσταση στην Ελλάδα με τα σχολεία

Τα κρούσματα στα σχολεία στην Ελλάδα είναι προφανώς πολλά και οι γονείς διαρκώς ενημερώνονται για κρούσμα στην τάξη ή στα σχολικά.

Τα λόγια του Νίκου Καπραβέλου αποτυπώνουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Θεσσαλονίκη και ολόκληρη τη χώρα. Ο κορονοϊός δείχνει τα δόντια του και ακόμα δεν έχουν έρθει τα χειρότερα, όπως τονίζει. Ο διευθυντής στη ΜΕΘ του νοσοκομείου Παπανικολάου ζητάει να κλείσουν τώρα όλα τα σχολεία. Τις εφιαλτικές στιγμές που βιώνουν γιατροί και νοσηλευτές σε κάθε εφημερία περιέγραψε ο διευθυντής ΜΕΘ στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «Γ. Παπανικολάου», Νίκος Καπραβέλος μιλώντας χθες το πρωί στον Real Fm 107,1.

«Πάμε για μαύρα Χριστούγεννα», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Καπραβέλος υπογραμμίζοντας την ανάγκη λήψης νέων μέτρων που, μεταξύ άλλων, θα περιορίζουν περαιτέρω την κινητικότητα των ανεμβολίαστων. «Είναι επείγον η πολιτεία να πάρει μέτρα. Αυτό που βλέπουμε σήμερα δεν είναι η κορυφή. Δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί δεν αυστηροποιείται το επιχειρησιακό σχέδιο», πρόσθεσε, ενώ εξέφρασε την εκτίμηση ότι «θα έχουμε εκατόμβη νεκρών μέχρι τα Χριστούγεννα».

Σύμφωνα με τον διευθυντή ΜΕΘ του νοσοκομείου «Παπανικολάου», τα εμβόλια θα έπρεπε να γίνουν από το καλοκαίρι και «όχι μέσα στη θύελλα», ενώ «θα έπρεπε ήδη να έχουν κλείσει τα σχολεία». Ακόμη τόνισε την ανάγκη υποχρεωτικής χρήσης της μάσκας FFP2.

Η κυβέρνηση για τα νέα μέτρα και για τα σχολεία

Ο Γιάννης Οικονόμου απάντησε για το ενδεχόμενο νέων μέτρων ενόψει των Χριστουγέννων και ήταν κατηγορηματικός ότι η κυβέρνηση δεν εξετάζει το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων ενόψει των Χριστουγέννων για την πανδημία του κορονοϊού .

«Η στρατηγική είναι αυτή που έχουμε αναλύσει. Με όπλο την ενίσχυση της εμβολιαστικής κάλυψης, με το πλαίσιο λειτουργίας του δημόσιου χώρου, με τους ελέγχους για την εφαρμογή των μέτρων, και την ενίσχυση του ΕΣΥ προχωράμε στην εορταστική περίοδο» απάντησε πριν λίγα 24ωρα.

Ο Γιάννης Οικονόμου στην εισαγωγική του τοποθέτηση σημείωσε ότι οι 10 περιφερειακές ενότητες με τη μεγαλύτερη θνητότητα είναι αυτές που έχουν τη χαμηλότερη εμβολιαστική κάλυψη στην Ελλάδα υπενθυμίζοντας ότι «μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου δίνουμε ένα δωρεάν self test για όλους. Το μέτρο κρίνεται απαραίτητο για να διασφαλίσουμε τη δημόσια υγεία και την γιορτή των Χριστουγέννων».

«Τηρούμε τα μέτρα ατομικής προστασίας και ιδιαιτέρως τη χρήση μάσκας τόσο σε εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς χώρους όπου υπάρχει συνωστισμός» τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Παράλληλα ανακοίνωσε ότι από την περασμένη Τρίτη ημέρα ανακοίνωσης του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού για τους άνω των 60 ετών μέχρι τις 16 Ιανουαρίου, 59.864 άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών έχουν κλείσει ραντεβού για πρώτη δόση του εμβολίου.

Το ενδεχόμενο να κλείσουν νωρίτερα τα σχολεία για τις γιορτές των Χριστουγέννων απέκλεισε ο υπουργός Υγείας Θ. Πλεύρης , λέγοντας «Θεωρούμε ότι το εκπαιδευτικό πρωτόκολλο πάει καλύτερα από ό,τι περιμέναμε, λειτουργεί και, άρα, δεν υπάρχει λόγος να κλείσουν τα σχολεία».

Τέρμα στην φημολογία περί κλεισίματος των σχολείων επιχείρησε να θέσει και η υφυπουργός Παιδείας Ζέττα Μακρή. «Οι φήμες όσο πιο αστήριχτες είναι τόσο πιο πολύ ένταση έχουν. Δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση και η επιτροπή των ειδικών ούτε το σκέφτονται, ούτε το προτείνουν».

Η νέα πρόταση για τα σχολεία με νέα μέτρα

Να είναι ανοιχτά αλλά ασφαλή τα σχολεία, τόνισε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία, Αλέξης Τσίπρας, στις διαδοχικές συναντήσεις που είχε με το Προεδρείο της Διδασκαλικής Ομοσπονδία Ελλάδας, της ΟΛΜΕ και της ΟΙΕΛΕ, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας που έχει αναλάβει για συναντήσεις με φορείς για τη λήψη μέτρων ανάσχεσης της πανδημίας. Ο κ. Τσίπρας εξέφρασε την ανησυχία του για τη διασπορά του ιού στα σχολεία και υπογράμμισε την ανάγκη λήψης μέτρων αραίωσης των τμημάτων και αλλαγής του πρωτοκόλλου του 50+1 που έχει θεσπίσει η κυβέρνηση.

«Καταθέτουμε πρόταση για να είναι εκτός από ανοιχτά και ασφαλή τα σχολεία μας» υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο κ. Τσίπρας, εκφράζοντας την ανησυχία του για το γεγονός ότι «πολύ μεγάλο μέρος της εξάπλωσης του ιού με βάση τα επίσημα στοιχεία προέρχεται από τους μαθητές», καθώς το 25% των κρουσμάτων αφορούν σε παιδιά. Χαρακτηριστικά ανέφερε πως με βάση τα επίσημα στοιχεία μόνο το Νοέμβριο είχαμε 45.000 κρούσματα σε μαθητές.

Όπως είπε, αν και ευτυχώς η πλειονότητα των παιδιών δεν νοσεί βαριά ή είναι ασυμπτωματικά, η κατάσταση αυτή εγκυμονεί πολύ σοβαρούς κινδύνους για τη διασπορά στην κοινότητα, διότι «τα παιδιά που είναι φορείς του ιού έρχονται στο σπίτι σε επαφή με παππούδες και γιαγιάδες».

Απαντώντας στις αγωνίες των οικογενειών και δεδομένου ότι «όλοι θέλουμε να μείνουν ανοιχτά αλλά και ασφαλή τα σχολεία» ο κ. Τσίπρας είπε πως «καταθέσαμε μία πρόταση» για αλλαγή του πρωτοκόλλου 50%+1, δηλαδή να πρέπει να νοσήσουν πάνω από τα μισά παιδιά ενός τμήματος για να κλείσει. Η πρόταση αυτή, προβλέπει όπως είπε το κλείσιμο ενός τμήματος στο πρώτο κρούσμα για 3 μόνο μέρες και την υποχρεωτική επανέναρξη των μαθημάτων μετά από 3 μέρες αφού πρώτα όλοι οι μαθητές έχουν υποβληθεί σε δωρεάν μοριακό τεστ «ώστε να σταματήσουμε την αλυσίδα της μεταδοτικότητας».

Παράλληλα, χαρακτήρισε «απαράδεκτο» το γεγονός ότι αυξάνονται οι μαθητές ανά τμήμα. «Είναι αδιανόητο στην καρδιά της πανδημικής κρίσης αντί να αραιώνουν τα τμήματα, να συγχωνεύονται, όπως έκαναν και πέρυσι» τόνισε, αποδίδοντας την επιλογή αυτή της κυβέρνησης σε «δημοσιονομικούς λόγους, μην τυχόν και προσληφθούν καθηγητές ή αναπληρωτές καθηγητές ώστε να λειτουργήσουν με λιγότερους μαθητές τα τμήματα», ενώ θύμισε ότι επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ «σε μία περίοδο που δεν υπήρχε πανδημία εμείς μειώσαμε τους μαθητές ανά τάξη για παιδαγωγικούς λόγους».

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος της ΔΟΕ, κ. Θανάσης Κικινής, εξέφρασε την ανησυχία του πως το πρόβλημα διασποράς του ιού στην εκπαιδευτική κοινότητα θα διογκωθεί με την επιδείνωση του καιρού. «Δυστυχώς επιβεβαιωνόμαστε όταν λέγαμε στην αρχή της χρονιάς ότι θα φτάσουμε να έχουμε μεγάλο αριθμό κρουσμάτων μέσα στα σχολεία ακριβώς γιατί είναι μεγάλος ο αριθμός των μαθητών μέσα στα τμήματα» σημείωσε χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας ότι μετά το πρώτο κύμα «οι επιστήμονες έλεγαν 15 μαθητές ανά τμήμα και μάλιστα με συγκεκριμένους κανόνες αποστάσεων», ενώ έκανε ιδιαίτερη μνεία και στο «τεράστιο κτιριακό πρόβλημα που υπάρχει στις σχολικές μονάδες».

Ο Πρόεδρος της ΔΟΕ τόνισε πως η συζήτηση αυτή έπρεπε να έχει γίνει με την κυβέρνηση στην αρχή της σχολικής χρονιάς, καθώς τώρα «είμαστε πάλι με την πλάτη στον τοίχο, αφού φτάνουμε να συζητάμε πάλι για το πώς θα κλείσουν και για πόσο θα κλείσουν τα σχολεία, ενώ το ζητούμενο θα ήταν να μείνουν τα σχολεία ανοιχτά με συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας». Δυστυχώς η αντιμετώπιση τόσο της μαθητικής όσο και της εκπαιδευτικής κοινότητας δεν ήταν σε καμία φάση αυτή που θα έπρεπε να είναι, πρόσθεσε με αποτέλεσμα «να φτάνουμε τώρα πάλι να συζητάμε για αυτό που δε θα έπρεπε να συζητάμε, δηλαδή πώς και πόσο θα κλείσουν τα σχολεία».