Στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ακόμα χρόνος για να διορθωθούν οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία, καταλήγει σε μακροσκελές άρθρο του στο προσωπικό του ιστολόγιο, ο Ύπατος Εκπρόσωπος Ζοζέπ Μπορέλ ενώ εκτιμά ότι το κεντρικό ζήτημα της περίπλοκης αυτής σχέσης είναι «οι διαφωνίες με την Ελλάδα και η μη επίλυση του Κυπριακού».

Παράλληλα, ο Ζοζέπ Μπορέλ προβάλει την επιτακτική ανάγκη για γρήγορη επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για διευθέτηση του Κυπριακού και άμεση έναρξη διερευνητικών επαφών Ελλάδας – Τουρκίας.

Συγκεκριμένα, στο προσωπικό του ιστολόγιο, ο Ύπατος Εκπρόσωπος αναφέρει ότι “η συνεχής ανάπτυξη τουρκικών γεωτρήσεων και εξερευνητικών σκαφών, είτε σε ύδατα που γειτνιάζουν με την Κύπρο είτε την Ελλάδα, δημιούργησε ένα πολύ αρνητικό περιβάλλον που εμπόδισε την ανάπτυξη μιας θετικής ατζέντας”.

“Αυτό με οδήγησε να ταξιδέψω στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία στα τέλη Ιουνίου. Ο στόχος μου ήταν σαφής: ήθελα να διερευνήσω με τους κύριους πρωταγωνιστές τις δυνατότητες έναρξης ενός πραγματικού διαλόγου που θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση των εκκρεμών ζητημάτων. Εκτός από την ισχυρή υποστήριξη τόσο του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσο και της Προέδρου της Κομισιόν, θέλω επίσης να επισημάνω εδώ την αξιοσημείωτη διπλωματική ενέργεια που επενδύθηκε από τη Γερμανία, ξεκινώντας από την Καγκελάριο Μέρκελ και τον καλό μου φίλο και συνάδελφο Υπουργό Εξωτερικών Heiko Maas” λέει.

“Επισκέφτηκα τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας και πέταξα όσο το δυνατόν πιο κοντά στις πλατφόρμες γεώτρησης που ανέπτυξε η Τουρκία σε μια περιοχή κοντά στις ακτές της Κύπρου” προσθέτει, ενώ συμπληρώνει πως “είχα επίσης μια νυχτερινή βόλτα στην πράσινη γραμμή στη Λευκωσία και είδα την εγκαταλελειμμένη πόλη Βαρώσια από ελικόπτερο εντός κυπριακής ελεγχόμενης περιοχής”.

“Ο αναχρονισμός αυτών των υπολειμμάτων πολέμου, παγωμένος στο παρελθόν, και μαρτυρία για μια ακόμη ανεπίλυτη σύγκρουση στο μέσον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν βαθιά ενοχλητικό και αποκαλυπτικό. Δεν υπήρξε καμία πρόοδος από τότε που επισκέφθηκα τα Βαρώσια το 2005 ως Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αν μη τι άλλο, αυτή η επίσκεψη ενίσχυσε περαιτέρω την αποφασιστικότητά μου να αναζητήσω λύσεις” συνεχίζει.

“Ένώ η σχέση με την Τουρκία είναι πολύ περίπλοκη και έχει πολλές διαστάσεις, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι διαφωνίες με την Ελλάδα και η μη επίλυση του Κυπριακού είναι κεντρικά στοιχεία” λέει.

“Το ταξίδι μου τον Ιούλιο στην Άγκυρα το επιβεβαίωσε, με τον Υπουργό Εξωτερικών Τσαβούσογλου να υπογραμμίζει τον ρόλο της Τουρκίας στην προστασία των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων και να εξηγεί τις τουρκικές απόψεις σχετικά με την εκμετάλλευση των πόρων στα κυπριακά ύδατα. Από την πλευρά του, ο Υπουργός Άμυνας, Χουλούσι Ακάρ, μου πρόσφερε μια λεπτομερή παρουσίαση, από την τουρκική προοπτική, του συμβάντος μερικές εβδομάδες νωρίτερα μεταξύ μιας γαλλικής φρεγάτας και μιας ομάδας τουρκικών ναυτικών μονάδων” αναφέρει.

Ο Υπουργός Τσαβούσογλου με αποχαιρέτισε σε κοινή συνέντευξη Τύπου όπου επέκρινε σκληρά ορισμένα κράτη μέλη, καθώς και την ίδια την ΕΕ, καταγγέλλοντας μεροληπτικές και εχθρικές στάσεις απέναντι στην Τουρκία. Προτίμησα να απαντήσω με τη γλώσσα της διπλωματίας, αν και ο τόνος και οι διατυπώσεις που χρησιμοποίησε ο Τούρκος οικοδεσπότης μου έθεσαν ερωτήματα σχετικά με το αν αυτό θα ήταν αρκετό, συμπλήρωσε.

“Δεν θέλω να συνεχίσω με μια αναλυτική περιγραφή των διαφόρων προσπαθειών μου να βρούμε χώρο για έναν ανανεωμένο διμερή διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σχετικά με τις θαλάσσιες διαφορές και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ή να συζητήσω πώς θα στηρίξω τις προσπάθειες του ΟΗΕ για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού. Αρκεί να πούμε εδώ ότι η διοχέτευση και των δύο θεμάτων μέσω κατάλληλων διπλωματικών και τεχνικών διαδικασιών είναι απαραίτητη για τη δημιουργία χώρου για μια υγιή σχέση ΕΕ-Τουρκίας. Αυτά είναι ζητήματα που δεν μπορούν πλέον να αναβληθούν” λέει.

Ο κ. Μπορέλ σημειώνει ότι το ταξίδι του στη Μάλτα στα μέσα Αυγούστου, για να συναντηθεί με τον Υπουργό Εξωτερικών Τσαβούσογλου “ήταν σύντομο λόγω της υπογραφής συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου”.

“Η απάντηση της Τουρκίας ήταν να αναστείλει μια προβλεπόμενη ανανέωση διερευνητικών συνομιλιών με την Ελλάδα με στόχο την αντιμετώπιση των θαλάσσιων διαφορών συνοδευόμενη από την επανέναρξη της τουρκικής προκλητικής θαλάσσιας δραστηριότητας. Αυτό επιβεβαίωσε μόνο την πεποίθησή μου σχετικά με την κεντρική σημασία που έχουν αποκτήσει αυτά τα δύο ζητήματα στη σχέση ΕΕ-Τουρκίας”, αναφέρει.

“Η σχέση με την Τουρκία έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Η τρέχουσα κατεύθυνση ωστόσο, φαίνεται να την απομακρύνει περισσότερο από την ΕΕ” λέει και προσθέτει ότι “αυτό αφορά τις εσωτερικές εξελίξεις, ιδίως όσον αφορά τις θεμελιώδεις ελευθερίες, αλλά και την εξωτερική εμπλοκή της Τουρκίας”.

Το τελευταίο, συνεχίζει, “έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία το 2020, είτε στη Συρία και στο Ιράκ, στη Λιβύη, όπου ανέτρεψε τα δεδομένα σε πολύ δύσκολες στιγμές για την κυβέρνηση της Εθνικής Συμφωνίας, ή στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου η υποστήριξή του είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική νίκη για το Αζερμπαϊτζάν”.

“Θα μπορούσα να συνεχίσω και να αναφέρω την προβολή της στην Ανατολική Αφρική, στο Σαχέλ ή στα Δυτικά Βαλκάνια. Η Τουρκία έχει γίνει μια περιφερειακή δύναμη που πρέπει να εκτιμηθεί και έχει σημειώσει αναμφισβήτητες επιτυχίες. Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις, η διεθνής ατζέντα της Τουρκίας δεν είναι ευθυγραμμισμένη με την ΕΕ και οι μέθοδοι της δεν είναι αυτές της ΕΕ. Η έντονη τουρκική αντίσταση και κριτική για τη ναυτική επιχείρηση Ειρήνη της ΕΕ, αποκαλύπτει θεμελιώδεις διαφορές στην αντίληψή μας για το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που επιβάλλει εμπάργκο όπλων στη Λιβύη”, εξηγεί.

Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Ύπατο Εκπρόσωπο, “θέτουν θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τους στόχους της Τουρκίας. Και το γεγονός ότι η Τουρκία είναι υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ, θέτει την ΕΕ σε θέση όπου δικαιούται να θέσει αυτές τις ερωτήσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να σημειώσουμε μεγάλη πρόοδο στη διεξαγωγή ενός ειλικρινούς και βαθύ διαλόγου με την Τουρκία για αυτά τα θέματα, και της Τουρκίας όσον αφορά την παροχή απαντήσεων.

“Ενώ χαιρετίζω πραγματικά δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδο, που διακηρύσσουν το στρατηγικό ενδιαφέρον της Τουρκίας να ενταχθεί στην ΕΕ, είναι σημαντικό οι δηλώσεις αυτές να ακολουθούνται από ενέργειες που επιβεβαιώνουν τέτοιες προθέσεις. Ταυτόχρονα, οι σχέσεις δεν μπορούν να είναι μονόδρομες. Η ΕΕ πρέπει επίσης να δείξει στην Τουρκία ότι θα ήταν ευπρόσδεκτη ως μέλος της οικογένειας εάν τηρήσει τη δική της πλευρά της συμφωνίας. Εκεί διαδραματίζει ζωτικό ρόλο η θετική ατζέντα που συμφωνήθηκε στην κοινή δήλωση του 2016”, εξηγεί.

“Πρέπει να βρούμε μια διέξοδο από τη δυναμική του μία σου και μία μου [tit-for-tat] και να επιστρέψουμε στη συνεργασία και την εμπιστοσύνη. Αυτό ήταν το κύριο μήνυμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Οκτωβρίου και αυτό το μήνυμα επαναλήφθηκε την περασμένη εβδομάδα. Πιστεύω ότι υπάρχει μεγαλύτερη κατανόηση γι `αυτό σήμερα από την πλευρά της Τουρκίας από ό, τι τον Οκτώβριο. Ωστόσο, η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά. Ως εκ τούτου, η συνολική εκτίμησή μας για το έτος πρέπει να είναι αρνητική. Αλλά έχουμε επίσης την ευκαιρία να διορθώσουμε τα πράγματα και αυτό πρέπει να κάνουμε”, σημειώνει ο κ. Μπορέλ.

“Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι, εάν συνεχίσουμε σε αυτήν την καθοδική πορεία, η ΕΕ θα πρέπει να υιοθετήσει ισχυρά μέτρα, για να πείσει την Τουρκία ότι είναι σοβαρή και αποφασισμένη να διασφαλίσει το σεβασμό των συμφερόντων μας. Θα το αναφέρω στους ευρωπαίους ηγέτες τον Μάρτιο του 2021”, προειδοποιεί.

“Η ισχυρή σχέση συνεργασίας με την Τουρκία θα αποτελούσε σημαντική συμβολή στην ευρωπαϊκή σταθερότητα. Ομοίως, θα είναι δύσκολο για την Τουρκία να βρει έναν καλύτερο εταίρο από την ΕΕ”, σημειώνει.

Συνεχίζει δε λέγοντας ότι “όπως είπα, μια ισχυρή σχέση συνεργασίας με την Τουρκία θα αποτελούσε σημαντική συμβολή στην ευρωπαϊκή σταθερότητα. Ομοίως, θα είναι δύσκολο για την Τουρκία να βρει έναν καλύτερο εταίρο από την ΕΕ. Οι οικονομίες μας είναι συνδεδεμένες, η ΕΕ είναι μακράν ο πρώτος εταίρος εισαγωγών και εξαγωγών της Τουρκίας, καθώς και πηγή επενδύσεων. Οι εξαγωγές αγαθών της ΕΕ προς την Τουρκία το 2019 ανήλθαν σε 68 δισ. Ευρώ, ενώ οι εισαγωγές από την Τουρκία ήταν 70 δισ. Ευρώ, και έτσι είναι και οι κοινωνίες μας, με πολλούς πολίτες να ζουν, να εργάζονται και να ταξιδεύουν πέρα ​​από τα σύνορά μας”.

“Η ευημερία και η ασφάλεια της Τουρκίας, ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ, απαιτεί μια ισχυρή σχέση με την ΕΕ. Δεν υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις σε αυτό. Και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας της, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, εξακολουθεί να βλέπει την ΕΕ ως ένα χρήσιμο παράδειγμα για περαιτέρω ανάπτυξη”, αναφέρει.

“Έχουμε ακόμη την ευκαιρία να ανακατευθύνουμε τις σχέσεις μας. Η ΕΕ τείνει ανοιχτό χέρι στην Τουρκία ελπίζοντας ότι θα την καταλάβει και η ατζέντα που παρουσιάζουν οι ηγέτες της ΕΕ είναι σαφής” λέει.

Προσθέτει ότι είναι έτοιμος “σε συνεργασία με την Κομισιόν και τα κράτη μέλη, για να συζητήσουμε τις προτάσεις μας για μια θετική ατζέντα με την Τουρκία και να διερευνήσω τρόπους προώθησης των σχέσεών μας”.

“Αυτό θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει την ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας μέσω μιας διάσκεψης της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά για να συμβεί όλα αυτά, πρέπει να σταματήσουν οι ενέργειες που μπορεί να θεωρηθούν επιθετικές ή αντίθετες προς τα συμφέροντα της ΕΕ”, διευκρινίζει ο κ. Μπορέλ.

Ξεκαθαρίζει δε ότι “πρέπει να διασφαλίσουμε την ανανέωση του διαλόγου με την Ελλάδα και την επανέναρξη των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού, κατανοώντας ότι και αυτά πρέπει να έχουν μια ικανοποιητική κατάληξη και δεν μπορούν να συνεχίσουν ατέλειωτα”.

“Ο χρόνος δεν είναι φίλος μας σε αυτήν την περίπτωση. Και ναι, πρέπει να έχουμε έναν ισχυρό και ειλικρινή διάλογο για τις περιφερειακές συγκρούσεις και να αναπτύξουμε μια πιο στενή κατανόηση για το πώς να τις αντιμετωπίσουμε με τρόπο που θα σέβεται τα αμοιβαία συμφέροντα”, αναφέρει.

“Κάποιοι μπορεί να πιστεύουν ότι είμαι ονειροπόλος και ότι αυτή η ατζέντα δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Σίγουρα δεν θα συμβεί αν δεν προσπαθήσουμε. Πέρα από τα σαφή βήματα από την Τουρκία και την αλλαγή των αρνητικών ενεργειών και της ρητορικής τους τους τελευταίους μήνες, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να επιστρέψουμε σε ειλικρινείς και αποτελεσματικούς διαλόγους και προσπάθειες, και ισχυρή δέσμευση από όλες τις πλευρές, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών της ΕΕ που επηρεάζονται. Πρέπει να επιστρέψουμε την ενέργεια στις συνομιλίες μας μεταξύ μας, όχι μιλώντας ο ένας για τον άλλον”, τονίζει.

“Ειλικρινά, μπορούμε είτε να προχωρήσουμε προς μια αμοιβαία επωφελή ατζέντα είτε να υποστούμε τις συνέπειες των αμοιβαίων παρεξηγήσεών μας. Δεν έχω δισταγμό σχετικά με τη δική μου επιλογή”, καταλήγει ο Ύπατος Εκπρόσωπος.