Της Μαρίνας Αλεξανδρή

Την Τετάρτη το μεσημέρι, ο πρωθυπουργός – θεωρητικά – έβαλε φρένο στην υπουργική φλυαρία περί χρονοδιαγραμμάτων εξόδου από το lockdown, σεναρίων για «Πάσχα στο χωριό», και ημερομηνιών επαναλειτουργίας της εστίασης και λοιπών δραστηριοτήτων.

Ζήτησε, μιλώντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ, «να μη γίνονται πρόωρες εκτιμήσεις για τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται» και είπε ότι «στόχος είναι να φτάσουμε σε ένα ασφαλές Πάσχα αλλά και σε ένα ακόμα πιο ελεύθερο καλοκαίρι».

Την Τετάρτη το βράδυ, από τα υπουργικά γραφεία διέρρευσαν νέα χρονοδιαγράμματα και νέες ημερομηνίες «εξόδου». Είναι τα χρονοδιαγράμματα που δείχνουν πασχαλινή εκδρομή στο χωριό για όσους έχουν εμβολιαστεί, όσους έχουν νοσήσει και αναρρώσει και όσους έχουν υποβληθεί σε self tests – άγνωστο με ποια αξιόπιστη απόδειξη. Οι εν λογω διαρροές, μάλιστα, συνοδεύονταν από την επισήμανση πως η κυβέρνηση εκπονεί ήδη την σχετική «εισήγηση», την οποία και θα υποβάλει στην επιτροπή επιδημιολόγων.

Τα χρονοδιαγράμματα αυτά ακολούθησαν παράλληλες διαρροές για ανοιχτές εκκλησίες και για επαναλειτουργία της εστίασης ενδεχομένως και πριν από το Πάσχα, από την Μεγάλη Εβδομάδα, σε εξωτερικούς χώρους – μια προοπτική που, κατά τις πληροφορίες, καλλιεργείται έντονα προς τους εκπροσώπους του κλάδου από τον αρμόδιο υπουργό Ανάπτυξης.

Μεταξύ του πρωθυπουργικού «φρένου» και των διαρροών είχε μεσολαβήσει το ημερήσιο επιδημιολογικό δελτίο που έδειξε νέο ρεκόρ διασωληνωμένων ασθενών και περισσότερα από 3.000 νέα κρούσματα αλλά αυτό ελάχιστα απασχόλησε και τα υπουργικά γραφεία και το Μαξίμου.

Διότι το πρόβλημα και η αγωνία αμφοτέρων δεν είναι επιδημιολογική αλλά πολιτική και επικοινωνιακή. Στο μεν Μαξίμου οι προτεραιότητες είναι σαφείς και δεδομένες: Να αντέξει, έστω και οριακά το ΕΣΥ, ώστε να ανοίξει άμεσα η τουριστική περίοδος. Γι αυτό και η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε την Τετάρτη, από το Reuters ότι από την επόμενη κιόλας εβδομάδα η Ελλάδα αίρει την υποχρεωτική καραντίνα και ανοίγει τις πύλες της για ταξιδιώτες από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ακόμη πέντε χώρες που είτε έχουν εμβολιαστεί, είτε έχουν αρνητικό τεστ PCR.

Το «Πάσχα στο χωριό» δεν είναι προτεραιότητα, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός θα ήθελε να το προσφέρει για λόγους κοινωνικής, και δημοσκοπικής, αποσυμπίεσης. Ενας λόγος επιπλέον είναι ότι δύσκολα μπορεί να αιτιολογηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία τουριστών ανά την Ελλάδα, όταν οι γηγενείς δεν θα μπορούν να πάνε ούτε στον διπλανό νομό.

Τούτων δοθέντων, το «φρένο» Μητσοτάκη είχε κυρίως ως στόχο όχι τόσο να ανακοπεί η προσδοκία, όσο να αμβλυνθεί η εντύπωση ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει και αποφασίζει χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν τους επιδημιολόγους. Γι αυτό και ο πρωθυπουργός, δεν παρέλειψε στην χθεσινή του τοποθέτηση να προσθέσει ότι «προχωράμε πάντα βήμα-βήμα και αφού κάθε εβδομάδα, σε συνεργασία με τους ειδικούς, αξιολογούμε τα επιδημιολογικά δεδομένα».

Παραπλεύρως, το μήνυμα Μητσοτάκη περιείχε μια ακόμη αιχμή κυρίως προς τον Αδωνι Γεωργιάδη. Ο υπουργός Ανάπτυξης έχει πάρει επάνω του και την επαναλειτουργία και του λιανεμπορίου και της εστίασης. Και θέλει και να το λέει, και να το δείχνει, για λόγους πολιτικούς, εκλογικούς και ψηφοθηρικούς. Αυτό δεν αρέσει στο Μαξίμου, αλλά ελάχιστοι είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι μπορούν να ανακόψουν την δραστηριότητα Γεωργιάδη.

Το πρόβλημα και για τους μεν, και για τους δε είναι πως τα επιδημιολογικά στοιχεία βαίνουν όλο και πιο κοντά στις προβλέψεις Τσιόδρα που έχει προειδοποιήσει ακόμη και για 1.000 διασωληνωμένους τις ημέρες του Πάσχα.

Πρόκειται για τον αριθμό που σκιάζει βαριά τα σχέδια «απελευθέρωσης», αλλά επί του παρόντος στην κυβέρνηση προτιμούν να εστιάζουν σε άλλες, πιο αισιόδοξες επιδημιολογικές εκτιμήσεις. Κατ’ αυτές τις εκτιμήσεις το ότι ο δείκτης θετικότητας είχε υποχωρήσει χθες στο 4,85% προδιαγράφει ύφεση της πανδημίας, όπως και το γεγονός ότι την τελευταία εβδομάδα ο μέσος κυλιόμενος αριθμός ημερήσιων κρουσμάτων υποχώρησε στα 2.797 από τα 3.000 της προηγούμενης εβδομάδας.

Το κατά πόσο αυτοί οι δείκτες εγγυώνται και την ασφάλεια των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης θα φανεί μέσα στις επόμενες δέκα ημέρες. Οπότε και αναμένεται και η οριστικοποίηση των αποφάσεων για την «μεγάλη έξοδο».