Του Δημήτρη Μπεκιάρη

Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διακυβέρνησης, επί πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα και κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, μπορεί το Μέγαρο Μαξίμου (σε επίπεδο υπουργών Επικρατείας, συμβούλων και στελεχών) να ήταν αδύναμο, δεν είναι δυνατόν ωστόσο να αμφισβητήσει κανείς το γεγονός ότι η χώρα είχε πρωθυπουργό με όλη τη σημασία της λέξης. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε τη δυνατότητα να επιβάλλει το κυβερνητικό πρόγραμμα στους υπουργούς του και να ακτινοβολεί με αυξημένο διεθνές κύρος στο εξωτερικό.

Σήμερα, το πολυδιαφημισμένο επιτελικό κράτος λειτουργεί με χίλια δύο προβλήματα και γίνεται αντικείμενο χλευασμού από την αντιπολίτευση, η έλλειψη συνοχής στη λειτουργία του κυβερνητικού σχήματος είναι εμφανής και το κυριότερο: Έχει εντυπωθεί στη συνείδηση του λαού πως η χώρα ΔΕΝ έχει πρωθυπουργό.

Τι έχει ωστόσο; Υπουργούς, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει φέουδα, περίπου αυτονομημένους, που χαράσσουν προσωπικές στρατηγικές εκτός της εμβέλειας του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το Μαξίμου, οι οποίοι παράλληλα με τα υπουργικά τους καθήκοντα σχεδιάζουν τη δική τους επόμενη ημέρα στην πολιτική, ως χαλίφηδες στη θέση του Χαλίφη ή άλλως ως επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας στη θέση του Μητσοτάκη.

Σε αυτήν την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί ενάμιση χρόνο μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Ιούλη 2019, τρία είναι τα πρόσωπα που μπορεί πλέον να ξεχωρίσει κανείς.

Ο πρώτος είναι ο Βασίλης Κικίλιας. Ο σημερινός υπουργός Υγείας παρακολουθεί με πολύ μεγάλη προσοχή τις δημοσκοπήσεις να τον δείχνουν πρώτο σε δημοφιλία ανάμεσα στους υπουργούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Την «επιτυχία» αυτή θέλει να την κεφαλαιοποιήσει σε δύο επίπεδα, σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις. Σε πρώτη φάση δεν κρύβει, όπως λένε στο παρασκήνιο, την επιθυμία του να μετακομίσει στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχωρήσει στον επόμενο ανασχηματισμό. Οι προνομιακές σχέσεις που διαφημίζει ότι έχει με τους Αμερικανούς, αλλά και η προτίμηση που δείχνουν στο πρόσωπό του συγκεκριμένα συμφέροντα από τον χώρο των οπλικών συστημάτων, είναι τα δύο στοιχεία που τον γεμίζουν με αυτοπεποίθηση. Εκτός αυτών, όμως, είναι πεπεισμένος πως τα γκάλοπ αποτελούν ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί σε μία ενδεχόμενη συζήτηση με τον πρωθυπουργό για το μέλλον του στην κυβέρνηση. Όμως, οι δημοσκοπήσεις, λένε ότι του έχουν ανοίξει την όρεξη, με αποτέλεσμα να σχεδιάζει – όπως οργιάζουν οι φήμες στο παρασκήνιο – να διεκδικήσει ακόμη και την αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας στο μέλλον.

Ποια είναι η πραγματικότητα: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα αναλάβει το βαρύ πολιτικό κόστος των εγκληματικών παραλείψεων του υπουργείου Υγείας στο πεδίο της αντιμετώπισης της πανδημίας. Το σκάνδαλο με τα διπλά βιβλία του ΕΟΔΥ και η μηδενική προετοιμασία του Εθνικού Συστήματος Υγείας φέρουν φαρδιά – πλατιά την υπογραφή και τη σφραγίδα του Βασίλη Κικίλια. Το «ξύλο» ωστόσο το τρώνε κυρίως οι λοιμωξιολόγοι και φυσικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μπορεί στον τομέα της Υγείας να ΜΗΝ έχει κάνει σοβαρή δουλειά ο Βασίλης Κικίλιας, αλλά έχει δουλέψει πολύ και με διαφόρους τρόπους στο παρασκήνιο και κυρίως στην επικοινωνία, ώστε να λαμβάνει τα εύσημα για ανύπαρκτο έργο απολαμβάνοντας την υψηλή δημοφιλία, όπως καταγράφεται στις έρευνες.

Ο δεύτερος είναι ο Κωστής Χατζηδάκης. Λένε ότι ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει σχηματίσει ένα εξαιρετικά ικανό επιτελείο που αποδίδει σε όλους τους τομείς και κυρίως σε εκείνον της επικοινωνίας. Λένε επίσης ότι η προετοιμασία του αφορά στην επόμενη ημέρα και δεν είναι λίγοι εκείνοι που παρατηρούν και επισημαίνουν ότι ο Κωστής Χατζηδάκης δεν «σπάει αβγά» με συντεχνιακά συμφέροντα και κατεστημένες δομές που προκύπτουν από τις παθογένειες της ελληνικής πραγματικότητας, όπως θα περίμενε κάποιος από έναν θιασώτη του… φιλελευθερισμού, από έναν νεοφιλελεύθερο που θα υπερασπιζόταν με πάθος και ζήλο τον φιλοεπενδυτικό στρατηγικό προσανατολισμό της σημερινής κυβέρνησης. Σημειώνουν δε σε αυτό το σημείο την περίπτωση της «πριμοδότησης» της ΔΕΗ που έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στην αγορά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Ποια είναι η πραγματικότητα: Ο Κωστής Χατζηδάκης έχει τοποθετήσει όλη την κοινωνία εναντίον της κυβέρνησης με την τραγική πολιτική που ακολουθεί στους τομείς της Ενέργειας και της Χωροταξίας. Το πολιτικό κόστος θα είναι μεγάλο και θα το πληρώσει βεβαίως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ την ίδια στιγμή ως Κωστής Χατζηδάκης αφού θα έχει δουλέψει με μεγάλη προσοχή για το πολιτικό του μέλλον, έχοντας τους κατάλληλους ισχυρούς φίλους, θα προετοιμάζεται ώστε να εισέλθει κι αυτός στην κούρσα για την ηγεσία.

Ο τρίτος είναι ο Νίκος Δένδιας, για τον οποίο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα διεκδικήσει στο μέλλον τις πιθανότητές του να είναι ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Ο Νίκος Δένδιας, ως υπουργός Εξωτερικών, ως επικεφαλής δηλαδή της ελληνικής διπλωματίας, αυτή την εποχή χειρίζεται τα ελληνοτουρκικά. Ας μην γελιόμαστε, όμως. Κάνει ήδη διαχείριση ήττας. Οι γνωρίζοντες ισχυρίζονται ότι η ελληνική διπλωματία οδηγείται σαν πρόβατο στη σφαγή. Οι μεγάλες νίκες της ελληνικής διπλωματίας επί Αλέξη Τσίπρα με υπουργό Εξωτερικών τον Νίκο Κοτζιά – νίκες που αναγνωρίστηκαν σε ολόκληρη την οικουμένη – αποτελούν παρελθόν. Ο Νίκος Δένδιας είναι καταδικασμένος να κάνει διαχείριση προδιαγεγραμμένης εθνικής ήττας ή ακόμα χειρότερα εθνικής καταστροφής. Στην προσπάθειά του να διασωθεί από το ναυάγιο (καθώς ήδη το καράβι μπάζει νερά) χαράσσει προσωπικές στρατηγικές, οι οποίες τελικά στέλνουν αντιφατικά μηνύματα εντός κι εκτός συνόρων σε σχέση με τον κεντρικό σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου και του γερμανόφιλου πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη. Η πρόσφατη σφοδρή κριτική που άσκησε ο Νίκος Δένδιας στην Γερμανία λένε ότι ενόχλησε πολύ το Μαξίμου. Ποια είναι η αλήθεια: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι σφόδρα ενοχλημένος από τον Νίκο Δένδια ο οποίος λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις χωρίς την έγκρισή του. Επίσης παρακολουθεί με ενδιαφέρον και απορία την αντιπολίτευση να αντιμετωπίζει σε ορισμένες περιπτώσεις (και δεν είναι λίγες) με συμπάθεια τον υπουργό Εξωτερικών, ενώ είναι διστακτικός ώστε να τον μετακινήσει στον επόμενο ανασχηματισμό καθώς γνωρίζει πως εν όψει της όποιας διαπραγμάτευσης με την Τουρκία το μήνυμα που θα στείλει στα ισχυρά διεθνή διπλωματικά κέντρα ή σε άλλα, πολιτικά και οικονομικά κέντρα του εξωτερικού, που έχουν λόγο στις διεθνείς εξελίξεις, θα είναι μήνυμα αποτυχίας.

Ποιο είναι το συμπέρασμα: Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται αδύναμος να επιβληθεί στους υπουργούς του, οι οποίοι ακολουθούν προσωπικές στρατηγικές για τις οποίες ο ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου θα πληρώσει υψηλό πολιτικό τίμημα. Η πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία η χώρα ΔΕΝ διαθέτει πρωθυπουργό έχει καταστεί αντιληπτή από τους κορυφαίους υπουργούς και κυρίως από τους δελφίνους οι οποίοι με τη σειρά τους εκλαμβάνουν την δεδομένη αδυναμία του Μητσοτάκη να τους επιβληθεί ως σήμα ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν αυτονομημένα, χωρίς να μπορεί να τους ελέγξει κανείς και να προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα παρακάμπτοντας τον κεντρικό σχεδιασμό και τα ζητούμενα του λεγόμενου επιτελικού κράτους.

Με λίγα λόγια: Είναι η πρώτη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η «κυβέρνηση των υπουργών» και όχι η κυβέρνηση του πρωθυπουργού. Το πολιτικό κόστος θα το πληρώσει στο τέλος ο Μητσοτάκης και το μάρμαρο ο λαός.