Του Δημήτρη Τζιώτη*

Η διαχείριση της πανδημίας κατέληξε σε τραγωδία. Το μοντέλο που εφαρμόσθηκε απέτυχε. 21.394 άνθρωποι έχουν χάσει μέχρι σήμερα τη ζωή τους. Συνηθίσαμε τον θάνατο. Αυτή η παρακμή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Τι άλλο πρέπει ακόμα να συμβεί;

Ο απολογισμός είναι δραματικός. Ιστορικά, έναν αιώνα μετά, βιώνουμε τη μεγαλύτερη τραγωδία από τη Μικρασιατική καταστροφή. Οι νεκροί είναι ήδη τριπλάσιοι από το σύνολο των Ελληνοκυπρίων που έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Και υπερδιπλάσιοι από τον αριθμό των πεσόντων στο Αλβανικό Έπος. Καμία κυβέρνηση δεν έχει τη νομιμοποίηση για τη συνέχιση μιας τέτοιας πολιτικής. Πόσο μάλλον, όταν δεν έχει λάβει μία ανάλογη, συγκεκριμένη και σαφή λαϊκή εντολή.

Ποτέ ξανά στην ιστορία των 200 ετών του σύγχρονου Ελληνικού κράτους, ένα τόσο τραγικό γεγονός δεν επιχειρήθηκε να περάσει στο ντούκου, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Σε κάθε αντίστοιχη συγκυρία, ακόμα και με πολύ λιγότερα θύματα, όταν ακόμα ο τύπος ήταν ελεύθερος, κλήθηκε να αποφασίσει ο λαός. Με τη διενέργεια εκλογών, όχι μόνο για την αλλαγή της κυβέρνησης, αλλά ακόμα και πολιτεύματος. Με αυτά τα δεδομένα, η προσφυγή στις κάλπες δεν είναι μια διακριτική πολυτέλεια. Είναι ηθική υποχρέωση και πολιτική ευθύνη.

Οι πολιτικοί που επέβαλαν το μοντέλο διαχείρισης της πανδημίας που συνεχίζει να εφαρμόζει ακόμα και σήμερα η χώρα μας  δεν είναι πια στην εξουσία. Οι δύο πιο ισχυροί ηγέτες της Δύσης, όταν ξεκίνησε ο κορονοϊός, ο Τραμπ και η Μέρκελ, έχουν ήδη αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο και την Καγκελαρία. Η στρατηγική που επιβλήθηκε στην Ελλάδα κρίθηκε και  γκρέμισε από την εξουσία το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και τους Χριστιανοδημοκράτες στη Γερμανία.

Αν κάποτε η Ευρώπη ήταν η λύση, σήμερα είναι το πρόβλημα. Στη διαχείριση της πανδημίας η Δύση απέτυχε. Οι αξίες και τα ιδανικά της υποκαταστάθηκαν από χρηματοοικονομικούς δείκτες. Οι πολιτικές που επιβλήθηκαν από τις αγορές αποδείχτηκαν καταστροφικές. Η θεματολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης συγκρίνει καθημερινά τη δραματική κατάσταση στην Ελλάδα μόνο με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για να αποπροσανατολίσει  την κοινή γνώμη και να επιβάλλει την εντύπωση ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική επιλογή. Παρότι ακόμα και με αυτές τις συγκρίσεις, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο αναλογικά αριθμό θανάτων σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η ατζέντα αυτή προτιμάται από την αποκάλυψη της αλήθειας ότι όσες χώρες εφάρμοσαν διαφορετική πολιτική δεν βιώνουν αυτή την τραγωδία.

Η σύγκριση των πολιτικών που επιβλήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση με χώρες που εφάρμοσαν διαφορετικά μοντέλα διαχείρισης δεν αφήνει περιθώρια σε καμία αμφιβολία. Πήραμε το λάθος δρόμο. Παράδειγμα είναι οι χώρες που αντιστάθηκαν σε αυτή τη στρατηγική. Τα κράτη που έθεσαν ως προτεραιότητα την ανθρώπινη ζωή. Η Ιαπωνία με 125 εκατομμύρια κατοίκους έχει 18.400 νεκρούς,  η Νότια Κορέα με 52 εκατομμύρια κατοίκους έχει 5.900 νεκρούς, η Αυστραλία με 26 εκατομμύρια κατοίκους έχει 2.600 νεκρούς, η Φινλανδία με 5,5 εκατομμύρια κατοίκους έχει 1.624 νεκρούς, η Σιγκαπούρη με 6 εκατομμύρια κατοίκους έχει 834 νεκρούς και η Νέα Ζηλανδία με 5 εκατομμύρια κατοίκους έχει 51 νεκρούς. Οι αριθμοί είναι ανατριχιαστικοί.

Η αδυναμία επιβολής και εφαρμογής ενός lockdown αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει χάσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Η αξιακή αυτή διολίσθηση συμπαρασύρει όλους τους θεσμούς. Σύμφωνα με την έρευνα της Kappa Research, μόνο το 32% των πολιτών εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη, μόνο το 27% των πολιτών την εκκλησία, μόνο το 24% εμπιστεύεται το κοινοβούλιο, μόνο το 23% την τοπική αυτοδιοίκηση, μόνο το 20% εμπιστεύεται τις δημόσιες υπηρεσίες, μόνο το 15% τα πολιτικά κόμματα και  μόνο το 9% των πολιτών εμπιστεύεται τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι θεσμοί βρίσκονται στην εντατική. Η Δημοκρατία κινδυνεύει.

Πώς άλλαξε η Στρατηγική

Στο πρώτο κύμα της πανδημίας, με γνώμονα  το φόβο του αγνώστου και το μακελειό της Ιταλίας,  η κυβέρνηση εφάρμοζε τις εισηγήσεις των γιατρών, όλα τα κόμματα συντάσσονταν με αυτές τις αποφάσεις και η κοινωνία ενώθηκε για την αντιμετώπιση του πρωτόγνωρου κινδύνου. Παρότι δεν υπήρχε καμία προετοιμασία, κανένα εμβόλιο και κανένα φάρμακο, τους 3 αυτούς κρίσιμους μήνες, μέχρι το τέλος Μαΐου 2020, χάθηκαν 175 ανθρώπινες ζωές. Στην πιο δύσκολη περίοδο, θρηνούσαμε 2 νεκρούς κάθε ημέρα και ορθώς θεωρούνταν πολλοί για να κυκλοφορούμε αμέριμνοι. Μέχρι που όλα άλλαξαν. Σαν να είχε τελειώσει η πανδημία.

Τι μεσολάβησε από τότε και οι δεκάδες νεκροί κάθε ημέρα κατέληξαν να επιβληθούν σαν να ήταν αυτή η κανονικότητα; Η Ελλάδα προσφέρθηκε και προβλήθηκε παγκοσμίως ως πειραματόζωο για την επανεκκίνηση των αγορών. Παρότι ο κορονοϊός συνέχισε να εξαπλώνεται ραγδαία σε όλο τον κόσμο και την ίδια ώρα καταγραφόταν παγκοσμίως ο μεγαλύτερος ημερήσιος αριθμός κρουσμάτων, στις 4 Ιουνίου 2020 η Ελλάδα άνοιξε τα σύνορα στον μαζικό τουρισμό με τη στρατηγική “Restart Greece”. Σε απόλυτη αναντιστοιχία με την επιτυχημένη στρατηγική διαχείρισης της πρώτης φάσης. Από εκείνη τη στιγμή, το ένα λάθος ακολούθησε το άλλο. Τότε άνοιξε  το μολυσματικό κουτί της Πανδώρας. Οι διθυραμβικές εντυπώσεις που καλλιεργήθηκαν αντέστρεψαν και αντικατέστησαν την αναγκαιότητα συνέχισης του κλίματος συλλογικής ευθύνης με μία επικοινωνιακή ψευδαίσθηση. Ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας ακύρωσε την αποτελεσματικότητα κάθε υγειονομικού περιορισμού.

Ενώ στις 28 Ιουνίου 2020 είχαμε 10 νέα κρούσματα,  την 1η Αυγούστου αυξήθηκαν σε 110 σε μια ημέρα. Στις 14 Αυγούστου είχαν ήδη φτάσει τα 250. Με αυτόν τον ρυθμό, μόνο τον Αύγουστο καταγράφηκαν 6.000 κρούσματα, ενώ τους προηγούμενους 6 μήνες είχαν καταγραφεί συνολικά 4.000. Τα κρούσματα του Σεπτεμβρίου ήταν 278 ανά ημέρα και 8.362 συνολικά και οι θάνατοι έφτασαν τους 125 σε ένα μόνο μήνα. Με αυτή την πολιτική, δεν εξαπλώθηκε μόνο ο ιός στην Ελλάδα. Όπως αποδείχτηκε από τις σχετικές μελέτες, η χώρα μας μετατράπηκε σε επίκεντρο για τη διασπορά της πανδημίας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο αριθμός των θανάτων του Σεπτεμβρίου είχε ήδη ξεπεραστεί τις δύο πρώτες εβδομάδες του Οκτωβρίου. Στο τέλος Οκτωβρίου, ο ημερήσιος αριθμός των κρουσμάτων είχε ξεπεράσει τις 2.000. Ο μέσος ημερήσιος αριθμός των θανάτων διπλασιάζονταν κάθε 10 ημέρες. Με αποτέλεσμα, μόλις τις 11 πρώτες ημέρες του Νοεμβρίου να χάσουν τη ζωή τους 284 συμπολίτες μας. Πριν ακόμα μπει ο χειμώνας, ο αριθμός των κρουσμάτων ξεπερνούσε  τις 3.000 κάθε μέρα, ο ημερήσιος αριθμός των νεκρών τους 50 και περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους.

Οι λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις οδήγησαν στο 2 κύμα της πανδημίας. Αυτό το μοντέλο είχε ήδη ξεκάθαρα αποτύχει. Και όμως, τίποτα δεν άλλαξε. Το αφήγημα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που δήθεν λάμβανε η Κυβέρνηση μετά τις εισηγήσεις των ειδικών είχε πλέον διαψευσθεί. Η πραγματικότητα είναι ότι οι γιατροί τέθηκαν στο περιθώριο, αναλαμβάνοντας μόνο τον άχαρο ρόλο της δικαιολόγησης ήδη ειλημμένων αποφάσεων, χωρίς κανένα λογικό νόημα.

Το 2021 αποδείχτηκε χειρότερο ακόμα και από το 2020

Το 2020 είχε χαρακτηρισθεί ως το χειρότερο έτος στη μεταπολεμική ιστορία. Η κοινή λογική έλεγε ότι σε σύγκριση με τη χειρότερη χρονιά που έχουμε ζήσει, το 2021 θα μπορούσε να είναι μόνο καλύτερο. Και όμως, δεν ήταν. Ενώ  μέχρι το τέλος του 2020 είχαν χάσει τη ζωή τους 4.838 άνθρωποι από την έναρξη της πανδημίας, στο τέλος του 2021 ο αριθμός των νεκρών έφτασε τους 21.000.

Από την αρχή του 2021, κεντρικό θέμα της πολιτικής θεματολογίας έγινε η έξοδος από το lockdown, με στόχο την αλλαγή της ατζέντας και την καλλιέργεια μιας τεχνητής αισιοδοξίας. Όπως και σήμερα. Το κλίμα ευφορίας που κατασκευάστηκε, με σκοπό μια φαντασιακή επιστροφή στην κανονικότητα, σαν να αφορούσε η πανδημία μόνο τους ανεμβολίαστους, αποπροσανατόλισε την κοινωνία από την πραγματικότητα και την ανάγκη συνέχισης της προσπάθειας αντιμετώπισής της. Οι εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν με την κατασκευασμένη κήρυξη του τέλους της πανδημίας κατ’ επανάληψη ακύρωσαν τις προσπάθειες που καταβάλλονταν από το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Η επιστημονική κοινότητα σιώπησε, η κυβέρνηση έχασε την εμπιστοσύνη της κοινωνίας και τα περιοριστικά μέτρα στην πράξη δεν εφαρμόσθηκαν. Η κοινή γνώμη χαλιναγωγήθηκε για να εξοικειωθεί με τον καθημερινό αριθμό των θανάτων, χωρίς το ανάλογο πολιτικό κόστος.

Οι εκλογές είναι μια κάποια λύση

Στο 2022 η Ελλάδα μπήκε με  τον μεγαλύτερο αναλογικά αριθμό κρουσμάτων σε όλο τον κόσμο.  Η ίδια πολιτική που εφαρμόσθηκε πέρυσι, αντιγράφεται και φέτος. Η χειραγώγηση της κοινής γνώμης είναι συστημική. Η αποδοχή των χιλιάδων νεκρών έχει επιβληθεί, σαν να είναι αυτή η κανονικότητα. Ενώ τα ημερήσια κρούσματα ξεπερνούν τα 50.000, μια κατασκευασμένη θεματολογία καθοδηγεί τον κόσμο στην ανοσία της αγέλης. Η πλύση εγκεφάλου χτυπάει κόκκινο. Η καθημερινή αναγγελία των δεκάδων νεκρών από τον τύπο δεν συνοδεύεται πια από εικόνες σε νοσοκομεία ή νεκροταφεία, αλλά από γιορτινά στιγμιότυπα με στολισμένα δέντρα σε κατάμεστους εμπορικούς δρόμους. Για να αποφευχθεί η αγανάκτηση της κοινωνίας από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις της πολιτικής που εφαρμόζεται, στην ατζέντα των μέσων μαζικής επικοινωνίας ξαφνικά εμφανίσθηκε ακόμα και η επιλογή να κολλήσουμε όλοι τη μετάλλαξη Όμικρον. Αγνοώντας επιδεικτικά τις προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ότι η ταχύτητα και το εύρος εξάπλωσής της αυξάνουν τον κίνδυνο για τη δημιουργία νέων μεταλλάξεων.

Το τέλος της κρίσης είναι ένα επικοινωνιακό μοτίβο, επαναλαμβανόμενο. Έχει ήδη ανακοινωθεί τρεις φορές. Παρότι το μεγαλύτερο ίσως από όλα τα λάθη που έχουν γίνει είναι η ατεκμηρίωτη προσδοκία πως η διάρκειά της θα είναι σύντομη. Για πόσο καιρό ακόμα μπορεί αυτό να συνεχιστεί; Μακάρι να τελειώσει η πανδημία. Αλλά, αν για μια ακόμα φορά, και αυτή η προσδoκία διαψευσθεί; Το ζήτημα τώρα δεν είναι ο καταλογισμός ευθυνών. Όμως ο φόβος του πολιτικού κόστους δεν επιτρέπεται να είναι το βασικό κριτήριο διαχείρισης της πανδημίας. Το θέμα είναι η συλλογική αντίληψη του λάθους για την εξεύρεση μιας λύσης. Αν όχι τώρα, πότε;

Η χώρα βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια σε λάθος κατεύθυνση. Χρειάζεται άμεσα αλλαγή στρατηγικής. Ένα νέο Παράδειγμα. Διαφορετικό από το μοντέλο της ελληνικής Καγκελαρίας. Με προτεραιότητα την επανάκτηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Kαι ένα νέο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Οι συνθήκες που επικρατούσαν το καλοκαίρι του 2019, κατά τη διάρκεια των τελευταίων εθνικών εκλογών, δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα. Για άλλους λόγους εξέλεξε τη σημερινή κυβέρνηση ο λαός. Από τότε, το διακύβευμα έχει διαφοροποιηθεί. Σαν να μην άλλαξε ο κόσμος, η κυβέρνηση εξακολουθεί να εφαρμόζει τις προτεραιότητες μιας πολιτικής για την οποία δεν έχει εξουσιοδοτηθεί να επιβάλλει σε αυτές τις περιστάσεις. Πόσο μάλλον, χωρίς να το ομολογεί. Γιατί τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά εάν έλεγε ξεκάθαρα την αλήθεια, χωρίς ψευδαισθήσεις για φώτα στο τέλος του κάθε τούνελ. Σε κάθε περίπτωση, συνεπώς, η νομιμοποίησή της πρέπει να ανανεωθεί. Και να επιλέξει ο λαός εάν θέτει ως προτεραιότητα την ισχυρή ανάπτυξη ή την ανθρώπινη ζωή.

Έχει όμως λογική, μέσα στην κορύφωση της πανδημίας, να γίνουν τώρα εκλογές; Πρώτα από όλα, δεν ξεκίνησε τώρα η κρίση. Έχουν ήδη περάσει 2 χρόνια και η κυβέρνηση μπορεί να αξιολογηθεί. Οι προτεραιότητές της έχουν φανεί. Όλες οι εκτιμήσεις της αναιρέθηκαν. Τα μηνύματα που στέλνει στην κοινωνία αποδεικνύονται συνεχώς λανθασμένα. Οι δικές της εξαγγελίες έχουν επανειλημμένα διαψευσθεί. Εκ του αποτελέσματος έχει αποδειχτεί ότι αυτήν την κρίση αδυνατεί να την διαχειριστεί.

Η Ιστορία, επίσης, έχει αποδείξει ότι ειδικά στις περιόδους κρίσης η αλλαγή κυβέρνησης αποτελεί συχνά μια επιβεβλημένη επιλογή. Πως θα ήταν αλήθεια σήμερα ο κόσμος εάν τον Μάιο του  1940 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ δεν είχε διαδεχτεί τον Νέβιλ Τσάμπερλεν στην Ντάουνινγκ Στριτ;

Εάν η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι εκλογές δεν είναι το πρόβλημα. Στο αδιέξοδο που βρισκόμαστε, είναι μια κάποια λύση. Με μία απόφαση που δεν είναι ανάγκη να ληφθεί από το λαό βιαστικά. Οι εκλογές μπορούν να γίνουν την άνοιξη. Σε τρεις μήνες από σήμερα. Στην περίπτωση που η πανδημία παρουσιάσει ύφεση, ακόμα καλύτερα. Μέχρι τότε, να αναλάβει την ευθύνη διαχείρισης της πανδημίας μια Κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης. Όπως σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Για να αντιμετωπίσει το οξύ πρόβλημα, χωρίς κομματικές αντιπαλότητες. Αλλάζοντας το Παράδειγμα. Με έναν επικεφαλής που δεν φοβάται το πολιτικό κόστος και τολμά να κάνει αυτό που πρέπει. Κάποιον που απορρίπτει την εύκολη τακτική του ώριμου φρούτου και δεν φιλοδοξεί να δοξασθεί κρυπτόμενος.  Όλα ξαναγίνονται εκτός από τον άνθρωπο. «Όποιο και αν είναι το ερώτημα, η απάντηση θα είναι πάντα ο Άνθρωπος». Ας μπει μπροστά εκείνος που δεν έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του το παραβάν των επόμενων εκλογών, εκείνος που βάζει την πατρίδα πάνω από θώκους και συμφέροντα. Η χώρα μας έχει αποδεδειγμένα ανθρώπινο δυναμικό, σε όλα τα κόμματα,  έτοιμο και ικανό να αναλάβει εθνική ευθύνη. Έχοντας ως πρότυπο τη μοναδική στρατηγική που αποδείχτηκε μέχρι σήμερα σωστή. Όπως στην πρώτη φάση, για την ανθρώπινη ζωή να αποφασίζουν οι γιατροί.

*Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας