Σύγχυση και πολλά ερωτηματικά προκάλεσε στους πολίτες άνω των 30 ετών η ανακοίνωση ότι η ανοίγει η πλατφόρμα για εμβολιασμό με την 4η δόση, χωρίς όμως, την ίδια στιγμή, να υπάρχουν σαφείς οδηγίες για το αν, ποιοι και γιατί να κάνουν ένα ακόμα εμβόλιο.

Οι ειδικοί επιμένουν ότι οι άνω των 60 ετών πρέπει να εμβολιαστούν με την 2η αναμνηστική, τη στιγμή που η πανδημία βρίσκεται εκ νέου σε έξαρση και τα κρούσματα «σκαρφαλώνουν» μέρα με τη μέρα σε νέα επίπεδα.

Μόνο χθες τα νέα κρούσματα ξεπέρασαν τις 20.000 και οι επαναμολύνσεις ήταν στις 3.664. Το μόνο σίγουρο, σύμφωνα με τους ειδικούς είναι ότι οι υποπαραλλαγές Ο4 και Ο5 κυριαρχούν και ενισχύουν μέρα με τη μέρα το «γαϊτανάκι» διάδοσης του ιού.

Μέσα σε αυτό το κλίμα και με την χαλάρωση των μέτρων, ακόμα και των πιο «ήπιων» όπως έλεγαν κυβερνητικά στελέχη, η Πολιτεία ρίχνει στη μάχη της πανδημίας την 4η δόση εμβολίου για όλους άνω των 30 ετών. Πόσο αποτελεσματικά είναι όμως τα ήδη υπάρχοντα εμβόλια για τις κυρίαρχες Ο4 και Ο5;

«Εγώ έχω κάνει την τέταρτη δόση λόγω ηλικιακού ορίου, αλλά και της στενής μου επαφής με ασθενείς. Αλλά δεν μπορείς σε κάποιον που είναι 30, 40, 50 χρονών και δεν έχει προβλήματα υγείας, ενώ έχει εμβολιαστεί με 3 δόσεις, ή έχει νοσήσει, να του πεις χωρίς επιστημονικές ενδείξεις να εμβολιαστεί με την 4η δόση. Μια ιατρική πράξη, όσο αθώα και αν είναι, όταν γίνεται χωρίς ωφέλεια δεν μπορεί να αποτελεί σύσταση των γιατρών», σημείωσε ο καθηγητής Νίκος Τζανάκης αναφορικά με την 4η δόση. Και πρόσθεσε:

«Τώρα όλοι συμμετέχουμε σε κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς μέτρα προστασίας, και έτσι μαζί με τις μεταλλάξεις Ο4 και Ο5 οδηγούμαστε στο αποτέλεσμα που βλέπουμε σήμερα. Η παραλλαγή αυτή μας βρίσκει στα κάτω μας από πλευράς ανοσοπροστασίας. Αυτές οι μεταλλάξεις διαφεύγουν τελείως των εμβολίων, αλλά και της προηγούμενης νόσησης. Για αυτό το 1/3 σχεδόν των κρουσμάτων είναι επαναλοιμώξεις».

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε και ο Ηλίας Μόσιαλος για τον εμβολιασμό με 4η δόση σε όλους άνω των 30 ετών ως όπλο για την πανδημία τη δεδομένη χρονική στιγμή. Μάλιστα, όπως είπε, «η πολιτική υγείας δεν βασίζεται στην τύχη και δεν μεταθέτει την ευθύνη στους πολίτες», αφήνοντας εμμέσως αιχμές για όσα ακούστηκαν από κυβερνητικά χείλη περί «φοβισμένων πολιτών που αν το νιώθουν να πάνε να εμβολιαστούν».

Ο κ. Μόσιαλος πάντως είναι ξεκάθαρος, «τα εμβόλια πλέον δεν είναι αποτελεσματικά όσον αφορά στην αποτροπή της ήπιας λοίμωξης και φαίνεται ότι δεν είναι επίσης αποτελεσματικά όσον αφορά στην μείωση της πιθανότητας διασποράς. Αλλά τα εμβόλια εξακολουθούν να είναι πολύ αποτελεσματικά όσον αφορά στη μείωση της πιθανότητας σοβαρής νόσησης».

Όπως εξηγεί αναλυτικά:

«Γνωρίζουμε ότι η δεύτερη αναμνηστική δόση για τους άνω των 60 ετών και τους ευάλωτους προτείνεται από επιτροπές εμβολιασμών σε πολλές χώρες, αν και υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Στις ΗΠΑ η σύσταση αφορά στους άνω των 50, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία στους άνω των 75 που ζουν στους οίκους ευγηρίας. Ο ευρωπαϊκός οργανισμός φαρμάκων και το ECDC, επίσης επισημαίνουν ότι δεν έχουμε ακόμη ξεκάθαρα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα ώστε για να προταθεί η δεύτερη αναμνηστική δόση στους κάτω των 79.

Η χώρα μας μέχρι πρόσφατα είχε τις ίδιες οδηγίες με χώρες της ΕΕ (Γερμανία και Γαλλία).

Πάρα ταύτα, μόνο το 17% των άνω των 60 στην χώρα μας έχουν κάνει την δεύτερη αναμνηστική δόση παρότι η πλατφόρμα είναι ανοιχτή εδώ και 2,5 μήνες. Αυτό που επομένως θα προείχε, από την σκοπιά της πολιτικής υγείας, θα ήταν να ενταθούν οι προσπάθειες να αυξηθεί το ποσοστό των εμβολιασθέντων στις κατηγορίες που υπάρχουν πιο ασφαλή δεδομένα για τα οφέλη που προσφέρει η 2η αναμνηστική δόση. Δηλαδή το να αυξηθεί το ποσοστό των εμβολιασθέντων άνω των 60 ετών από 17% σε πολύ υψηλότερα ποσοστά.

Αυτό συνιστά η πολιτική δημόσιας υγείας που επισημαίνει το βασικό πρόβλημα και στοχεύει στο να το αντιμετωπίσει. Και δεν αναλώνεται με επιμέρους θέματα, ειδικά όταν δεν υπάρχει τεκμηρίωση για την επέκταση πολιτικών σε νέες κατηγορίες πολιτών.

Παράλληλα στην εφαρμοσμένη πολιτική υγείας, δεν μετατίθεται η ευθύνη στους πολίτες, στο πλαίσιο του «δεν ξέρουμε αν θα υπάρχουν οφέλη αλλά οι πολίτες μπορούν να αποφασίσουν ατομικά τι θα κάνουν με αυτή τη δόση του εμβολίου». Η πολιτική Πόντιος Πιλάτος είναι αμφίβολο αν θα έχει αποτελέσματα ενώ, επαναλαμβάνω, δεν έχει αντιμετωπιστεί το βασικό πρόβλημα. Έχουμε ακόμη μεγαλύτερο αριθμό ανεμβολίαστων στους άνω των 60 σε σύγκριση με άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης και επισημαίνω και πάλι μόνο το 17% εμβολιασμένους με 2η αναμνηστική δόση.

Όσον αφορά τώρα τα νέα εμβόλια, αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι τα επικαιροποιημένα εμβόλια έχουν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσουν στελέχη της Όμικρον που πλέον δεν επικρατούν.

Το δίλημμα επομένως είναι αν θα πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε τους φθινοπωρινούς μήνες, ή να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τα υπάρχοντα εμβόλια. Αν θα έχει δηλαδή σημαντική διαφορά και αποτέλεσμα η “διεύρυνση” της ανοσοπροστασίας με την έκθεσή μας σε ένα νέο εμβόλιο που αντιμετωπίζει ένα παλαιότερο στέλεχος της Όμικρον και όχι το αρχικό στέλεχος της Wuhan. Πάρα ταύτα οι προκλήσεις θα παραμείνουν», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Τέταρτη δόση για τους… φοβιτσιάρηδες, είπε η Μίνα Γκάγκα

Σε τηλεοπτική της συνέντευξη στον ΣΚΑΪ, η αναπληρωτής υπ. Υγείας, Μίνα Γκάγκα κλήθηκε να απαντήσει στον προβληματισμό και τα ερωτηματικά που προκάλεσε η ανακοίνωση για την 4η δόση στους άνω των 30, λέγοντας αρχικά πως «παραμένει ισχυρή η σύσταση να κάνουν το εμβόλιο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και όσοι έχουν προβλήματα υγείας, να φοράνε μάσκα σε καταστάσεις συγχρωτισμού. Αλλά δεν δίνονται οριζόντια μέτρα από την Επιτροπή για να φορούν όλοι μάσκα ή να κάνουν εμβόλιο όλοι».

Στην ερώτηση δε, με τι επιστημονικά κριτήρια θα αποφασίσει όποιος είναι στις παραπάνω ηλικίες για το αν πρέπει ή όχι τελικά να κάνει εμβόλιο, είπε:

Μαγιορκίνης: Γιατί δεν θα κάνω την 4η δόση

Ο Γκίκας Μαγιορκίνης ρωτήθηκε εάν ο ίδιος θα κάνει την 4η δόση εμβολίου. Όχι ήταν η απάντησή του.

Όπως εξήγησε ο ίδιος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα με την καρδιά του, δεν είναι παχύσαρκος, οι δείκτες σε χοληστερίνη και τριγλυκερίδια δεν είναι ψηλά, συνεπώς κατέληξε ότι δεν συντρέχουν λόγοι. Σημείωσε πάντως ότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και καθένας θα πρέπει να συμβουλεύεται τον γιατρό του.