Οι «χειραγωγούμενες επιθέσεις» στην τουρκική λίρα, που τη βύθισαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα αυτή την εβδομάδα, δεν θα πλήξουν σοβαρά την οικονομία της Τουρκίας, όπως δήλωσε χθες Πέμπτη (25.11.2021) ο υφυπουργός Οικονομικών Νουρεντίν Νεμπατί, προσθέτοντας ότι διατηρεί όλη την ισχύ της και θα συνεχίσει την πολιτική μείωσης των επιτοκίων.

Η τουρκική λίρα κατέγραψε το ιστορικά χαμηλό επίπεδο των 13,45 λιρών ανά δολάριο την περασμένη Τρίτη, καθώς ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπεραμύνθηκε της απόφασης της κεντρικής τράπεζας να μειώσει το βασικό της επιτόκιο στο 15%, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός είναι κοντά στο 20%. Μετά από μία μικρή ανάκαμψη τις τρεις τελευταίες ημέρες, η ισοτιμία διαμορφωνόταν σήμερα το πρωί στις 12,10 λίρες ανά δολάριο.

«Πρέπει να αξιολογούμε την τουρκική οικονομία από ένα μεγαλύτερο παράθυρο παρά από μία στενή προοπτική λαμβάνοντας ως βάση μόνο τη συναλλαγματική ισοτιμία», έγραψε ο Νεμπατί στο Twitter. «Με βάση τις σημερινές συνθήκες της αγοράς, δεν υπάρχει θέμα με τη διατήρηση του επιτοκίου χαμηλότερα από τον πληθωρισμό», πρόσθεσε.

Από τη μεριά του, ο υπουργός Οικονομικών Λουτφί Ελβάν, ο οποίος θεωρείται μετριοπαθής, έχει κρατηθεί σε μεγάλο βαθμό μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας τους τελευταίους μήνες και έτσι είχαν «φουντώσει» οι φήμες ότι μπορεί να απομακρυνθεί, αν και δεν υπήρξε κάποιο σχόλιο από την προεδρία.

Η κατάρρευση της τουρκικής λίρας έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις πολιτικών της αντιπολίτευσης, οι οποίοι κατηγορούν τον Ερντογάν ότι σπρώχνει τη χώρα σε κρίση και ζητούν να γίνουν άμεσα εκλογές, ενώ πολλοί οικονομολόγοι έχουν χαρακτηρίσει απερίσκεπτη την ακολουθούμενη πολιτική.

Ωστόσο, ο Νεμπατί τονίζει ότι η χαλάρωση (των επιτοκίων) θα προσφέρει στήριξη στην οικονομία για την ενίσχυση της απασχόλησης και των εξαγωγών, αντιμετωπίζοντας παράλληλα το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και υπογράμμισε ότι τα έσοδα που θα υπάρξουν από τα χαμηλά επιτόκια θα κατευθυνθούν σε βασικές εισαγωγές, όπως ενέργειας και πρώτων υλών.

«Οι χειραγωγούμενες επιθέσεις κατά της τουρκικής λίρας για την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων μας δεν θα πλήξουν σοβαρά την οικονομία μας. Αν και υπήρξαν αναταράξεις στον πραγματικό τομέα με την τελευταία επίθεση στη συναλλαγματική ισοτιμία, η οικονομία μας διατηρεί όλη την ισχύ της», ανέφερε. «Από το 2013, κάθε φορά που προσπαθούσαμε να εφαρμόσουμε την πολιτική χαμηλών επιτοκίων μας, αντιμετωπίζαμε ισχυρή αντίσταση. Αυτή τη φορά, είμαστε αποφασισμένοι να την υλοποιήσουμε», πρόσθεσε.

Ο Νεμπατί σημείωσε ότι η μείωση των επιτοκίων θα βοηθήσει την Τουρκία στη μετά την πανδημία εποχή μέσω «ελκυστικών επενδυτικών ευκαιριών», όπως ενός αναπτυσσόμενου τεχνολογικού κλάδου, εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, σύγχρονων υποδομών για τη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας και ενός νεανικού πληθυσμού.

«Προτείνω όλα τα κόμματα να επαναξιολογήσουν το λάθος της πολιτικής υψηλών επιτοκίων και χαμηλού πληθωρισμού που μας έχει επιβληθεί, ιδιαίτερα για τη χώρα μας που έχει διαρθρωτικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», σημείωσε.

Πολλοί Τούρκοι, που αντιμετωπίζουν τον υψηλό πληθωρισμό, φοβούνται ότι οι αυξήσεις των τιμών θα επιταχυνθούν. Αρκετοί είπαν στο Reuters ότι η ιλιγγιώδης κατάρρευση της λίρας ανατρέπει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τα μελλοντικά σχέδιά τους.

Παρά τις αυξανόμενες επικρίσεις, αξιωματούχοι δήλωσαν στο Reuters ότι ο Ερντογάν έχει αγνοήσει εκκλήσεις, ακόμη και μέσα στην κυβέρνησή του, να αντιστρέψει την πολιτική. Αντίθετα, έχει υποστηρίξει την πολιτική και δεσμεύτηκε, όπως είπε, να κερδίσει τον «οικονομικό πόλεμο για την ανεξαρτησία.